Μεταρρυθμίζοντας εν κενώ . Του Βαγγέλη Ιντζίδη
Ο κονφορμισμός των έτοιμων βεβαιοτήτων στο όνομα μιας αδιευκρίνιστης πολιτικής παράδοσης ανακυκλώνει απαντήσεις σε μια εποχή που πρέπει να εκφραστούν ρητά τα σύγχρονα αναδυόμενα ερωτήματα (αρκετά δύσκολο εγχείρημα). Η δημόσια συζήτηση αναγνωρίζει ως αποκλειστικά ζητήματα της εκπαιδευτικής πολιτικής τις Πανελλαδικές, την αξιολόγηση, τις αμοιβές των εκπαιδευτικών. Είναι τα αποκλειστικά; Και η ενασχόληση με αυτά ως δια μαγείας θα επιλύσει όλα τα άλλα; Η διοικητική διαχείριση του εκπαιδευτικού συστήματος ταυτίζεται, συχνά, με την αλλαγή του. Η εκπαίδευση δεν αλλάζει όταν αλλάζουν οι εγκύκλιοι. Αλλάζει όταν επικαιροποιείται το ζήτημα της γνώσης.
Το δίλημμα μιας εκπαιδευτικής πολιτικής απόλυτος συγκεντρωτισμός ή πλήρης αποκέντρωση, είναι παγιδευτικό. Χρειάζεται ένα εθνικό πλαίσιο που να διασφαλίζει για κάθε παιδί την πρόσβαση σε γνώσεις και την άσκηση σε δεξιότητες αφήνοντας ταυτόχρονα ουσιαστικό χώρο στους εκπαιδευτικούς θεσμούς για στοχαστικές (ανα)προσαρμογές. Κάτι τέτοιο προϋποθέτει πόρους, επιμόρφωση και επιστημονική στήριξη· διαφορετικά μετατρέπεται σε μεταφορά ευθυνών χωρίς τα αναγκαία μέσα.
Επιπλέον στις μέρες μας, η Τεχνητή Νοημοσύνη δεν αποτελεί μια ουδέτερη τεχνολογική εξέλιξη, αλλά προϊόν κοινωνικών και πολιτικών επιλογών που καθορίζουν ποια δεδομένα, ποιες γλώσσες και ποιοι πολιτισμοί αποκτούν ορατότητα. Η γνώση που παράγεται χρειάζεται να ελεγχθεί ως προς το ποιος συγκεντρώνει τα δεδομένα αλλά και πώς τα κατηγοριοποιεί, Να γίνει σαφές πως η γνώση συνδέεται με υλικό, περιβαλλοντικό και γεωπολιτικό κόστος, ενώ δημιουργεί νέες μορφές εκπαιδευτικής ανισότητας. Η πρόσβαση στα ισχυρότερα συστήματα Τεχνητής Νοημοσύνης επηρεάζει ολοένα περισσότερο τις εκπαιδευτικές διαδικασίες και τη συμμετοχή σε αυτές. Το κρίσιμο δεν είναι αν τα σχολεία θα χρησιμοποιούν Τεχνητή Νοημοσύνη, αλλά πώς θα επαναπροσδιορίσουν τι σημαίνει να γνωρίζει και να κρίνει κανείς και τι. Η πρόκληση αφορά πώς διαμορφώνεται η υποκειμενικότητά μας σε κάθε στιγμή αλληλεπίδρασης με την τεχνολογία και πώς κατανέμεται η ενεργός δράση (agency) ανάμεσα στον άνθρωπο και τη μηχανή. Θα πρόσθετα και ανάμεσα στον αλγόριθμο και τη γλώσσα.
Η παιδεία οφείλει να αντιστέκεται στην κυριαρχία της εργαλειακής λογικής και της ταυτοτικής σκέψης, δηλαδή της τάσης να ταυτίζουμε τις έννοιες με την πραγματικότητα, πιστεύοντας πως ό,τι δεν χωρά στις κατηγορίες μας δεν έχει σημασία. Μια τάση που μας οδηγεί στην πλάνη μέσω ρητορικών φυσικοποιήσεων, όπου συσκοτίζονται αιτίες και πολιτικές παρουσιάζονται ως φυσικά φαινόμενα. Μια τέτοια κριτική προϋποθέτει να αντιληφθούμε τη γνώση ως διανεμημένη διαδικασία παραγωγής και επικύρωσης, στην οποία συμμετέχουν διαφορετικά υποκείμενα, θεσμοί και τεχνολογικά συστήματα.
Ο στόχος της εκπαίδευσης δεν είναι πλέον η συσσώρευση πληροφοριών, αλλά η διαμόρφωση πολιτών ικανών να αξιολογούν, να αμφισβητούν και να αναλαμβάνουν την ευθύνη των κριτικών επεξεργασιών τους.
Εκπαίδευση σημαίνει μορφωτικό όραμα. Αυτό που γνωρίζαμε ως εργαλειακή ορθολογικότητα –την τάση, δηλαδή, να ενδιαφερόμαστε μόνο για το πώς θα κάνουμε κάτι πιο αποτελεσματικά, δίχως να εστιάζουμε στο γιατί το κάνουμε και ποιος είναι ο σκοπός του– θα επεκτείνεται σε όλες τις βαθμίδες εκπαίδευσης. Κάθε εποχή οφείλει να αναγνωρίζει τι, μέσα στο παρόν της, αξίζει να διασωθεί και τι πρέπει να εγκαταλειφθεί. Αν δεν ανταποκριθούμε σε αυτό το αίτημα, θα συνεχίσουμε να οργανώνουμε με ολοένα μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα απαντήσεις σε άνευ νοήματος ερωτήματα. Κι αυτό ονομάζω μεταρρύθμιση εν κενώ.
Βαγγέλης Ιντζίδης ΕΔΙΠ – Τομέας Γλωσσολογίας, Τμήμα Φιλολογίας – ΕΚΠΑ

