Το φάντασμα του αντισημιτισμού. Της Αιμιλίας Σαλβάνου

Οι διαμαρτυρίες που ακύρωσαν την εκδήλωση της πρεσβείας του Ισραήλ στην Έκθεση Βιβλίου έφεραν για άλλη μια φορά στο προσκήνιο τις κραυγές περί ελευθερίας του λόγου και αντισημιτισμού. Εκτός από το ότι τα όσα έγιναν καθόλου δεν έχουν τον χαρακτήρα που τους αποδίδουν οι επικριτές τους, φαίνεται πως ένα φάντασμα πλανιέται πάνω από το ένοχο παρελθόν του δυτικού κόσμου και απαιτεί συμμόρφωση: το φάντασμα του αντισημιτισμού.

Το Ολοκαύτωμα υπήρξε το απόλυτο κακό του 20ου αιώνα, όχι μόνο επειδή σκότωσε εκατομμύρια εβραίων –πολύ συχνά με την ανοχή των τοπικών κοινωνιών που δεν ενδιαφέρθηκαν να εμποδίσουν τον χαμό τους– αλλά κυρίως επειδή ήταν ένα έγκλημα που πραγματοποιήθηκε όχι παρά την πρόοδο του ευρωπαϊκού πολιτισμού, χάρη σ’ αυτήν. Γι’ αυτό και μετατράπηκε σε ταμπού. Το Ολοκαύτωμα ήταν έργο του ναζισμού, ήταν όμως ταυτόχρονα σάρκα από τη σάρκα της Ευρώπης –όπως άλλωστε και ο ίδιος ο ναζισμός. Οι πρακτικές του δεν πρωτοδοκιμάστηκαν από τους ναζί. Σε μικρότερη κλίμακα, τις είχαν ήδη εφαρμόσει τα ευρωπαϊκά κράτη στις αποικίες, εξασφαλίζοντας την εξουσία που ήταν απαραίτητη για να αποκτηθεί ο πλούτος της «ευρωπαϊκής υπεροχής». Σφυρηλάτησαν λίγο λίγο και με πρόγραμμα τεχνολογίες βίας που τελικά εφαρμόστηκαν στην καρδιά της ηπείρου. Ούτε γέννησε ο ναζισμός τον αντισημιτισμό. Για χρόνια καλλιεργούνταν στις ευρωπαϊκές κοινωνίες, γι’ αυτό και υπήρχε τόση απροθυμία να υπερασπιστούν τους εβραίους συνοίκους όταν ήρθε η ανάγκη. Όμως δεν ευθύνεται ο αντισημιτισμός για το Ολοκαύτωμα. Ευθύνεται το μίσος που είχε φωλιάσει στην καρδιά της Ευρώπης, στο όνομα του οποίου οι ήδη στοχοποιημένες κοινότητες χαρακτηρίστηκαν βρώμικες, επικίνδυνες, ανήθικες –κάτι λιγότερο από ανθρώπινες.

Βεβαίως πρέπει να θυμόμαστε το Ολοκαύτωμα. Σημασία όμως έχει να το θυμόμαστε όχι ως εξαίρεση αλλά ως διαρκή κίνδυνο· ως υπόμνηση του πόσο εύκολο είναι να κυλήσουμε στη βαρβαρότητα. Ίσως έχει έρθει ο καιρός, ογδόντα χρόνια μετά, να μετακινηθούμε λίγο από το τραύμα και να μιλήσουμε για ευθύνη. Το Ολοκαύτωμα δεν ήταν φυσική καταστροφή. Εκτελέστηκε με ακρίβεια από όσους το σχεδίασαν, το οργάνωσαν, επιτέλεσαν τα επιμέρους στάδιά του, το παρακολούθησαν ή αδιαφόρησαν για όσα συνέβαιναν δίπλα τους. Όσο χτίζουμε ταυτότητες πάνω στο τραύμα, αφήνουμε το κακό να θεριεύει δίπλα μας, να εγκαθιδρύεται ως κανονικότητα.

Δεν μπορούμε να μιλάμε για τους πρόσφυγες του 1922, τους πρόσφυγες του Εμφυλίου, τα θύματα του Ολοκαυτώματος, χωρίς να μιλάμε για τους πρόσφυγες που πνίγονται σήμερα στη Μεσόγειο, που κλείνονται στα σύγχρονα στρατόπεδα συγκέντρωσης, ή που χάνονται τα ίχνη τους κάπου στην πορεία. Δεν μπορούμε να διοργανώνουμε προσκυνήματα σε μαρτυρικά χωριά του παρελθόντος και να μη μιλάμε για τη σφαγή των Παλαιστινίων αμάχων σήμερα. Το να αναγνωρίσει κανείς ότι στη Γάζα συντελείται γενοκτονία δεν τον καθιστά αντισημίτη. Τον καθιστά πολίτη του παρόντος, που αρνείται να κλείσει τα μάτια στην τραγωδία που συμβαίνει δίπλα του, γοητευμένος από τραγωδίες του παρελθόντος στις οποίες αναζητά την κάθαρση.

Τα πράγματα μπορούν να πάρουν ακόμη σκοτεινότερες διαστάσεις. Έχει παρέλθει προ πολλού η εποχή της αθωότητας της μνήμης. Όταν η μνήμη βρίσκεται στο κέντρο του τρόπου που σχετιζόμαστε με το παρελθόν, όταν υπάρχουν θεσμοί που ασχολούνται αποκλειστικά με την «υπεράσπισή» της, όταν γύρω από ζητήματα μνήμης διακινούνται τεράστια κονδύλια, τότε έχουμε μπει στη σφαίρα της πολιτικής των ταυτοτήτων. Δημόσιες εκδηλώσεις και συνέδρια που εστιάζουν στον αντισημιτισμό και το Ολοκαύτωμα που χρηματοδοτούνται από το Ισραήλ και τους θεσμούς του, χωρίς λέξη για το έγκλημα που συμβαίνει δίπλα μας, δεν μπορεί να θεωρούνται ουδέτερες. Σ’ αυτήν την συγκυρία, η κατηγορία του αντισημιτισμού δεν εκτοξεύεται αριστερά και δεξιά τυχαία· ως αντισημιτισμός ορίζεται ό,τι είναι αντίθετο με την πολιτική του Ισραήλ. Με βάση τη σημερινή χρήση του αντισημιτισμού, ως αντισημίτες θα είχαν χαρακτηριστεί ο Έρικ Χουμπσμπάουμ, η Χάνα Άρεντ, ο Έντουαρντ Σαΐντ αλλά και σύγχρονοι διανοούμενοι και οργανώσεις, στο εξωτερικό και στα καθ’ ημάς, που αγωνίζονται για την ειρήνη και τα ανθρώπινα δικαιώματα.

Σε ό,τι αφορά τον αντισημιτισμό, απέχουμε πια πολύ από το σύμπαν της υπεράσπισης της μνήμης. Βρισκόμαστε στο σύμπαν ενός καθεστώτος μνήμης που απαιτεί συμμόρφωση, υποστηρίζοντας συγκεκριμένες πολιτικές στο παρόν. Αν το Ολοκαύτωμα την πρώτη φορά ήταν ύψιστη ντροπή για την ανθρωπότητα, η μετατροπή του σε ταμπού και κυρίως η εργαλειοποίησή του προκειμένου να δικαιολογηθούν όσα η μνήμη του υποτίθεται πως καταγγέλλει είναι εγκληματική και μάλιστα προμελετημένο.  Την ώρα που βομβαρδίζονται νοσοκομεία και άμαχοι και μωρά παιδιά λιμοκτονούν μέχρι θανάτου, το ελάχιστο που μπορούμε να κάνουμε είναι να διατυπώσουμε χωρίς περιστροφές αυτό που συμβαίνει: Αυτή τη στιγμή, στο όνομα της μνήμης του Ολοκαυτώματος, ολόκληρη η διεθνής κοινότητα συναινεί ενεργά ή σιωπηλά στην εξελισσόμενη γενοκτονία των Παλαιστινίων. Και η ιδεολογία που την υποστηρίζει δεν είναι ο αντισημιτισμός, αλλά η ισλαμοφοβία, που λειτουργεί ως η μετωνυμία του στον 21ο αιώνα. Και αν δεν σκοπεύουμε να το διορθώσουμε, τουλάχιστον να έχουμε συνείδηση της πλευράς που έχουμε επιλέξει.

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Η Εποχή