Το λάθος. Του ΜΙΧΑΛΗ ΜΗΤΣΟΥ

Ας το πού­με ευ­θαρ­σώς και ανε­πι­φύ­λα­κτα: τα κά­να­με λίγο θά­λασ­σα, μπο­ρεί και πολύ. Ολοι. Κυρί­ως οι ανεμ­βο­λί­α­στοι (που αδια­φό­ρη­σαν), αλλά και οι εμ­βο­λια­σμέ­νοι (που χα­λα­ρώ­σα­με). Η κυ­βέρ­νη­ση, τα κόμ­μα­τα, η εκ­κλη­σία, οι επι­στή­μο­νες, οι δια­νο­ού­με­νοι, οι σεφ, οι επι­χει­ρη­μα­τί­ες. Σπεύ­σα­με να ανα­κη­ρύ­ξου­με την επι­στρο­φή στην κα­νο­νι­κό­τη­τα. Κάνα­με λά­θος. Η ελ­πί­δα τώρα εί­ναι να μην το πλη­ρώ­σου­με ακρι­βά.

Η με­γα­λύ­τε­ρη ευ­θύ­νη ανή­κει χω­ρίς αμ­φι­βο­λία στους ανεμ­βο­λί­α­στους: ακό­μη και σή­με­ρα, με το τέ­ταρ­το κύμα προ των πυ­λών (αν δεν έχει ξε­κι­νή­σει ήδη), τέσ­σε­ρις στους δέκα δη­λώ­νουν ότι δεν θα εμ­βο­λια­στούν «ποτέ» και ένας στους τέσ­σε­ρις δη­λώ­νει ότι θα εμ­βο­λια­στεί «αρ­κε­τά αρ­γό­τε­ρα». (Σε ένα χρό­νο; Σε δύο; Σε πέ­ντε;) Μπο­ρού­με να τους κα­τα­δι­κά­σου­με. Μπο­ρού­με να τους τι­μω­ρή­σου­με. Μπο­ρού­με να τους βρί­σου­με (αν και εκεί­νοι βρί­ζουν συ­νή­θως πιο εύ­κο­λα, πιο πη­γαία, πιο αφο­πλι­στι­κά). Μπο­ρού­με και να προ­σπα­θή­σου­με να τους κα­τα­λά­βου­με.

Εύκο­λο στα λό­για, κα­νο­νι­κό βου­νό στην πρά­ξη. Το ίδιο λά­θος όμως εί­χαν κά­νει οι ελίτ και με τους χα­μέ­νους της πα­γκο­σμιο­ποί­η­σης: τους πε­ρι­φρό­νη­σαν, τους ξέ­γρα­ψαν, τους ξέ­χα­σαν, για να τους ξα­να­θυ­μη­θούν όταν ψή­φι­σαν το Brexit ή τον Τραμπ και κό­ντε­ψε να γυ­ρί­σει ο κό­σμος ανά­πο­δα. Οι δύο κα­τα­στά­σεις έχουν βέ­βαια με­γά­λες δια­φο­ρές. Και εκεί και εδώ, όμως, πα­ρα­τη­ρεί­ται μια δυ­σπι­στία προς τους ει­δι­κούς, μια άρ­νη­ση της απο­δο­χής του γε­γο­νό­τος ότι κά­ποιοι (πιο ικα­νοί, πιο έξυ­πνοι, πιο πλού­σιοι ή απλώς πιο τυ­χε­ροί) μπο­ρεί να ξέ­ρουν το συμ­φέ­ρον μας κα­λύ­τε­ρα κι από εμάς τους ίδιους. Το φαι­νό­με­νο έχει πο­λι­τι­σμι­κό, κοι­νω­νι­κό, εν τέ­λει δη­λα­δή τα­ξι­κό, χα­ρα­κτή­ρα: πώς αλ­λιώς να εξη­γη­θεί το χά­σμα στα πο­σο­στά εμ­βο­λια­σμού ανά­με­σα στις δυ­τι­κές και ανα­το­λι­κές συ­νοι­κί­ες της Αθή­νας και τα βό­ρεια προ­ά­στια;

Η ανά­λυ­ση δεν αί­ρει φυ­σι­κά την ανά­γκη της επα­γρύ­πνη­σης της πο­λι­τεί­ας ώστε να εξα­σφα­λί­ζε­ται η εφαρ­μο­γή των μέ­τρων. Γιατί στα­μά­τη­σε η επι­βο­λή προ­στί­μων; Γιατί δεν γί­νο­νται οι ανα­γκαί­οι έλεγ­χοι στα πλοία; (Προ­σω­πι­κή εμπει­ρία: δεν ζη­τή­θη­κε ούτε το πι­στο­ποι­η­τι­κό εμ­βο­λια­σμού ούτε το έντυ­πο δή­λω­σης υγεί­ας.) Ποιοι (εκτός από τους άμε­σα εμπλε­κό­με­νους) ευ­θύ­νο­νται για την έξαρ­ση των κρου­σμά­των του κο­ρω­νοϊ­ού στην Ιο; Πώς εί­ναι δυ­να­τόν να επι­τρέ­πε­ται η πραγ­μα­το­ποί­η­ση αυ­τού του εγκλη­μα­τι­κού πάρ­τι των λυ­κεί­ων σε beach bar του Αλί­μου;

Η κα­τα­στο­λή όμως, το ξέ­ρου­με καλά, δεν εί­ναι ποτέ αρ­κε­τή. Οσο ανα­γκαίο εί­ναι να κα­τα­στεί υπο­χρε­ω­τι­κός ο εμ­βο­λια­σμός για ορι­σμέ­νες κα­τη­γο­ρί­ες ερ­γα­ζο­μέ­νων και να θε­σπι­στούν «προ­νό­μια» για τους εμ­βο­λια­σμέ­νους (ή, κα­λύ­τε­ρα, αντι­κί­νη­τρα για τους ανεμ­βο­λί­α­στους), άλλο τόσο επι­τα­κτι­κό εί­ναι να εντα­θούν οι προ­σπά­θειες προ­σέγ­γι­σης των απρό­θυ­μων, των δύ­σπι­στων, ακό­μη και των αρ­νη­τών. Οσο αντι­πα­ρα­γω­γι­κό ήταν εκεί­νο το «αξιο­θρή­νη­τοι» που είχε επι­φυ­λά­ξει η Χίλα­ρι στους ψη­φο­φό­ρους του Τραμπ, άλλο τόσο αδιέ­ξο­δο εί­ναι να χα­ρα­κτη­ρί­ζο­νται οι ανεμ­βο­λί­α­στοι «ψε­κα­σμέ­νοι» και «τζα­μπα­τζή­δες».

Δημοσίευση από “ΤΑ ΝΕΑ”