Τα Γαλλάκια έχουν δίκιο. Του Νικόλα Σεβαστάκη

ΣΚΗΝΗ ΣΕ ΕΝΑΝ δρόμο του Παρισιού, τον Οκτώβριο του ’26: μαθητές, αγόρια και κορίτσια, τραγουδούν ένα διάσημο τραγούδι του Σαρλ Αζναβούρ, το «Εmmenez-moi». Το θέμα του τραγουδιού, μια δίψα απόδρασης, μια επιθυμία ευτυχίας:

«Πάρτε με μαζί σας στις άκρες της γης.
Πάρτε με μαζί σας στη χώρα των θαυμάτων.
Η μιζέρια, μου φαίνεται,
θα παλευόταν περισσότερο στον ήλιο».

Παράλληλα, και από δίπλα, αυτοσχέδιοι χοροί πλήθους με house, ενώ κάποιοι άλλοι τραγουδούν τη «Μασσαλιώτιδα». Πολλά από τα βίντεο αυτών των ημερών από τα τέλη Σεπτεμβρίου συνοδεύονται από το «Freed from desire», dance κομμάτι του 1997 που έχει ταξιδέψει πολύ στα γήπεδα και ιδίως στους αγώνες της Εθνικής Γαλλίας, των Bleus, από το Παγκόσμιο Κύπελλο στο Κατάρ. Techno, rai trap ή afro-beat συνθέτουν τους κώδικες αναγνώρισης αυτού του μαθητόκοσμου που μέσα σε λίγες μέρες έδωσε μια πλατύτερη και πιο ενήλικη κινητοποίηση.

Έχει κάποιο νόημα να σταθεί κανείς στις χορογραφίες αυτής της νέας Γαλλίας που, πέρα από σύνθημα (του κόμματος της Ανυπότακτης Γαλλίας του Μελανσόν), συντονίζεται με μια πραγματικότητα. Η συνηθισμένη περιγραφή μένει μόνο στη φυλετική πολυχρωμία στην οποία, ως γνωστόν, ένα άλλο, μεγάλο μέρος των Γάλλων βλέπει αλλοίωση του εθνικού χαρακτήρα και απειλές. Ο νέος λαός –και αυτός του μαθητικού ξεσπάσματος– παρουσιάζεται ως δείγμα εξασθένισης και παρακμής.  

Για μια ορισμένη δημοσιολογία και στη Γαλλία και στην Ελλάδα, ο κόσμος που πήρε τους δρόμους στη φθινοπωρινή Γαλλία πήγε να κολλήσει στην ταμπέλα «Ισλάμ» ή θεωρήθηκε απόδειξη μιας ανίερης συμμαχίας Ισλάμ και άκρας αριστεράς. Όταν πολύ γρήγορα έγινε ολοφάνερο ότι στον δρόμο  κατέβηκαν και χιλιάδες λευκά και ροδαλά πρόσωπα και από τα λεγόμενα «καλά σχολεία», το μοτίβο άλλαξε: τώρα, η «βολεμένη μπουρζουαζία» εκμεταλλεύεται, λέει, καταστάσεις αναταραχής για να κατασκευάσει επαγγελματίες πολιτικούς.  Άρχισαν να διαδίδονται περιγραφές με μοναδικό στόχο να γκρεμίσουν το ηθικό ανάστημα των νέων που κινητοποιούνται. Παρουσιάζονται έτσι σαν μαριονέτες του Ζαν-Λικ Μελανσόν, παραζαλισμένα και αφελή παιδάκια ή φορείς σκοτεινών, καταστροφικών παρορμήσεων.

Όλα αυτά όμως, αν κοιτάξει κανείς το ίδιο το φαινόμενο, μοιάζουν μικρά και χωρίς πνοή. Θα λέγαμε μάλιστα πως επιβάλλεται να αντιστρέψουμε τις κατηγορίες περί παρακμής και εξασθένισης. Μάλλον η παρουσία των μαθητών, των φοιτητών και ευρύτερων κοινωνικών ομάδων στη σκηνή αποκάλυψε την αναλυτική και πολιτική πενία των άλλων, όσων οχυρώνονται στην κουραστική κινδυνολογία. Αν ανοίξουμε το πλάνο της συζήτησης και πέρα από τους Γάλλους μαθητές, βλέπουμε ότι ο αξιακός μηδενισμός, το πλέγμα της διαφθοράς, η πορεία προς τους πολέμους και την επικίνδυνη υποθήκευση του μέλλοντος του πλανήτη δεν είναι έργο των δεκαοχτάχρονων, όσο της ώριμης κυβερνώσας θεσμικής τάξης που κινείται μεταξύ στάσιμου ελιτίστικου τεχνοκρατικού φιλελευθερισμού και ανερχόμενης εθνικιστικής-ρατσιστικής δεξιάς.

Στη Γαλλία, επομένως, αυτός ο συγκεκριμένος λαός των νέων έδειξε όσα σκοτεινιάζουν το μέλλον του, αφού έχουν ήδη καταφέρει να γκριζάρουν το παρόν του. Γι’ αυτό και η οργή δεν έλαβε κυρίως –μόνο σποραδικά– τη μορφή καταστροφικών πράξεων. Ξετυλίχτηκε περισσότερο με ειρωνικό, παιχνιδιάρικο έως τρυφερό και ποιητικό τρόπο. Ύφανε μια διαμαρτυρία με αναγνωρίσιμο το γέλιο εντός της. Αυτό το είδαμε και από τα πολλά επεισόδια αγαπητικής συναδέλφωσης και εγκαρδίωσης ανάμεσα σε νεαρά άτομα και ηλικιωμένους, στους πυροσβέστες και στους μαθητές, στις παλιές καραβάνες από τα συνδικάτα και σε φοιτητές που μπορεί να προέρχονταν και από τα προνομιούχα περιβάλλοντα των καθολικών σχολείων. Πέρα λοιπόν από τη φυλετική επιμειξία (Mixité), αυτός ο νέος λαός έδειξε να αναμειγνύει αστικούς και λαϊκούς κόσμους, παιδιά με υψηλό πολιτισμικό κεφάλαιο και «πιο χύμα» νεολαία, φλωράκια και αλητάκια σε μια σύνθεση που διαθέτει, ωστόσο, περιεχόμενο και λόγο. Τα όποια δείγματα καταστροφισμού είχαν και έχουν μικρό μερίδιο στην πραγματικότητα και πολύ μεγαλύτερη έκταση στις αναπαραστάσεις της, για τους γνωστούς λόγους.                

Από το συγκεκριμένο γαλλικό παράδειγμα μπορεί κανείς να αντλήσει κάποιες σκέψεις για τη σχέση με το μέλλον, εκείνων ιδίως που λόγω ηλικίας έχουν το μέλλον μπροστά τους (αν δεν το καταστρέψει κάποιο μη ελέγξιμο «συμβάν» του Σαμ Άλτμαν ή του Μασκ). Τηρουμένων των αναλογιών, υπάρχουν σημεία επαφής και με την ελληνική πραγματικότητα. Σκέφτομαι πως γράφουμε κι αναλύουμε αυτόν τον καιρό, λόγω συγκυρίας, την κοινωνική ακροδεξιά. Έχουμε ρίξει το βάρος μας εκεί, υποτιμώντας τις άλλες φωνές, τα άλλα συναισθήματα. Όσα εκτυλίσσονται στη Γαλλία δείχνουν και την άλλη πλευρά, τον άλλο λαό, μια διαφορετική τροπή της συλλογικότητας. Δεν τοποθετείται αποκλειστικά σε μια ηλικιακή ζώνη, στη γενιά Ζ ή στα ακόμα μικρότερα παιδιά, όμως, κακά τα ψέματα, ο ηλικιακός παράγοντας και τα δεδομένα της δημογραφίας είναι σημαντικά.

Ο νέος λαός φαίνεται να εμπνέεται από σύμβολα, ήχους, εικόνες της παραδοσιακής χώρας και των ταυτοτήτων της. Να μην απορρίπτει κάθετα παρά να ανακυκλώνει, με τρόπους που δεν στερούνται φαντασίας. Αν οι άνθρωποι της γενιάς του ’68 δεν υπήρχε περίπτωση να πιάνουν μελωδίες της δεκαετίας του ’40 στις πορείες τους, οι νέοι του 2026 δεν έχουν πρόβλημα με τα ίχνη των πατέρων ή των παππούδων τους. Τα καταναλώνουν, τα τροποποιούν, τα ενσωματώνουν στα δικά τους ρεπερτόρια συγκίνησης. Είναι άτομα γεννημένα μέσα στο ψηφιακό, που οργανώνουν με selfies και stories την ίδια τους τη συμμετοχή στα γεγονότα: είτε στη συναυλία, είτε στη διαδήλωση, ακόμα και στη σύγκρουση με την αστυνομία.

Παρ’ όλα αυτά, παρά δηλαδή τη φυσική καταβύθισή τους στο ψηφιακό, όταν παίζονται ζητήματα της ζωής τους, τα ίδια αυτά άτομα ξαναγίνονται «λαός»: επιστρέφουν στην αναλογική, ενσώματη πολιτική. Ξανακατοικούν στις μνήμες μιας συνέχειας, προφανώς στο 1968 αλλά ακόμα και στο πρωταρχικό, ιδρυτικό συμβάν του 1789: πλατεία Βαστίλλης, «κατάληψη της Βαστίλλης» (prise de la Bastille), έτσι παίχτηκε αυτές τις μέρες η μεγάλη κινητοποίηση. Οι σύγχρονοι δηλαδή επανέρχονται, δίχως να το θεωρητικοποιούν, στην οργανική σχέση ανάμεσα στη δημοκρατική εμπειρία και στον δρόμο και στην κίνηση μαζί με τους άλλους, στη συν-κίνηση. Εξέρχονται έτσι από τη φούσκα τους, ακόμα κι αν σπεύδουν να θαυμάσουν ή να ανταλλάξουν για ώρα μηνύματα και εικόνες της παρουσίας τους μέσα στα γεγονότα.

Για μένα ίσως αυτό να είναι ένα από τα πιο ενδιαφέροντα σημεία της συγκυρίας, στη Γαλλία, στην Ισπανία με το κίνημα για τη στέγη, στη Χιλή ή αλλού. Νεότερα άτομα δείχνουν να αντιδρούν στα σχήματα ζωής και στα λεξιλόγια που προτείνονται ως «νεανικό περιεχόμενο» από την καθεστωτική μελλοντολογία του συρμού. Νέοι άνθρωποι κατεδαφίζουν τις νεανίζουσες πειθαρχικές παγίδες, ζητώντας πραγματικά και πειστικά, υλικά και συναισθηματικά εδάφη για να σταθούν και να νιώσουν καλά. Όχι αέρα κοπανιστό και ρητορικές της προσαρμογής όπως αυτές που τους παρέχει η επίσημη συμβουλευτική για την πλοήγηση στην αβεβαιότητα.  Όσο κι αν αυτά τα παιδιά κολυμπούν με πραγματιστικό τρόπο στα κεκτημένα των τεχνολογιών, δεν φαίνεται να αγοράζουν μαζικά και την αντίστοιχη ιδεολογία. Η συναισθηματική τους κίνηση αναζητεί αληθινούς τόπους, όχι την έρημο των γυαλιών της Μeta.

Υπάρχει θραυσματικά αυτός ο νέος λαός. Την ίδια στιγμή εκφραστικά συγχρονισμένος και από μια άλλη άποψη ασύγχρονος. Υποψιασμένος και αμήχανος, με κάποιες δόσεις κυνισμού και κρυμμένα αποθέματα απρόβλεπτης καλοσύνης. Σαν να ψάχνει να διασώσει τις ευαισθησίες του και να υπερασπιστεί βιοτικά ερείσματα γύρω από παραδοσιακά σημεία του βίου: το σχολείο, την εργασία, το εισόδημα, τους φίλους του. Δεν ψήνεται να γίνει οπαδός της υπερνοημοσύνης, να παθιαστεί με την επαυξημένη, υβριδική ύπαρξη που περιφέρουν, με σαρδόνια χαμόγελα υπεροχής, οι διαφημιστικές ηγεσίες του κύματος του μέλλοντος.

Όσα διεκδικούν άλλωστε «τα Γαλλάκια» με λόγια, τραγούδια, πολιτική ή βιωματική ρητορεία βρίσκονται σε καλή κατεύθυνση. Είναι αγαθά πράγματα. Αμφισβητούν τις ανισότητες, την κοινωνική περιθωριοποίηση, την κρατική τύφλωση, μικρές ή μεγάλες αγωνίες, σχολικές και εξωσχολικές. Κυρίως όμως έχουν δίκιο απέναντι στους κατηγόρους τους. Οι κατήγοροι είναι που δεν έχουν να πουν κάτι στα παιδιά, γιατί δεν έχουν τι να πουν εν γένει για το μέλλον όλων μας. Όταν μάλιστα η συμβατική πολιτική αρένα παραχωρεί τόσο μεγάλη εξουσία σε κάποιους που ανά βδομάδα ορίζουν «πιθανά ποσοστά επιβίωσης της ανθρωπότητας», είναι αστείο να μέμφεται τους νέους για μηδενισμό!

Ακόμα κι αν λένε πως διαδηλώνουν για τα κενά στα σχολεία τους, οι φωνές τους δείχνουν προς το κενό μιας ψευδούς κανονικότητας.   

Δημοσιεύθηκε στην έντυπη LIFO