Ριζοσπαστικός σοσιαλισμός και η ιστορική πρόκληση επανίδρυσης του ΠΑΣΟΚ. Του Θανάση Μυλιόρδου
Η κρίση των ευρωπαϊκών σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων δεν είναι απλώς εκλογική· είναι βαθιά ιδεολογική και ιστορική. Από τη δεκαετία του 1990 και έπειτα, η κεντροαριστερά στην Ευρώπη υιοθέτησε σε μεγάλο βαθμό μια λογική προσαρμογής στην παγκοσμιοποιημένη αγορά, απομακρυνόμενη από το ριζοσπαστικό της υπόβαθρο. Το αποτέλεσμα υπήρξε μια προοδευτική αποδιάρθρωση της κοινωνικής συμμαχίας που παραδοσιακά τη στήριζε, εργαζόμενοι, μικρομεσαία στρώματα και τμήματα της διανόησης.
Σε αυτό το πλαίσιο, η περίπτωση του ΠΑΣΟΚ αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Το κόμμα που ίδρυσε το 1974 ο Ανδρέας Παπανδρέου δεν υπήρξε απλώς ένας εκλογικός μηχανισμός εξουσίας. Στα πρώτα του χρόνια αποτέλεσε ένα πολιτικό και ιδεολογικό εγχείρημα που εξέφρασε μια ιστορική τομή, τη μετάβαση της ελληνικής κοινωνίας σε ένα καθεστώς μαζικής δημοκρατικής συμμετοχής, κοινωνικής κινητικότητας και κρατικής αναδιανομής. Ο «ριζοσπαστισμός» της πρώτης εκείνης περιόδου δεν ήταν απλώς ρητορικός· αποτέλεσε το όχημα μέσα από το οποίο ευρύτερα κοινωνικά στρώματα ενσωματώθηκαν για πρώτη φορά στον πυρήνα της πολιτικής και οικονομικής ζωής.
Ωστόσο, η σταδιακή ενσωμάτωση του κόμματος στη λογική της ευρωπαϊκής διακυβέρνησης και της τεχνοκρατικής πολιτικής οδήγησε σε μια ιδεολογική αποδυνάμωση. Η μετατόπιση προς μια πιο διαχειριστική σοσιαλδημοκρατία, μια πορεία που παρατηρήθηκε σε ολόκληρη την Ευρώπη, είχε ως αποτέλεσμα την απώλεια της πολιτικής του ιδιαιτερότητας. Η κρίση χρέους της δεκαετίας του 2010 απλώς επιτάχυνε μια διαδικασία που είχε ήδη ξεκινήσει: τη διάρρηξη της σχέσης εμπιστοσύνης μεταξύ του κόμματος και των κοινωνικών στρωμάτων που άλλοτε το συγκροτούσαν.
Σήμερα, το ερώτημα για το ΠΑΣΟΚ δεν είναι απλώς οργανωτικό ή
επικοινωνιακό. Είναι κατεξοχήν ιδεολογικό. Ποιο κοινωνικό μπλοκ φιλοδοξεί να εκπροσωπήσει και με ποιο ιστορικό σχέδιο. Σε μια εποχή όπου οι ανισότητες διευρύνονται, η εργασία καθίσταται ολοένα πιο επισφαλής και η δημοκρατική συμμετοχή αποδυναμώνεται, η επαναφορά ενός σύγχρονου ριζοσπαστικού σοσιαλισμού θα μπορούσε να αποτελέσει τον πυρήνα μιας νέας προγραμματικής ταυτότητας.
Ο ριζοσπαστικός σοσιαλισμός, στην παρούσα συγκυρία, δεν ταυτίζεται με τις δογματικές εκδοχές του 20ού αιώνα ούτε με τη μηχανική αναπαραγωγή θεωριών που συνδέθηκαν με τον κλασικό μαρξισμό του Karl Marx. Αντίθετα, θα μπορούσε να νοηθεί ως μια πολιτική στρατηγική που επιδιώκει τον δημοκρατικό μετασχηματισμό των οικονομικών σχέσεων. Αυτό σημαίνει ενίσχυση της συλλογικής διαπραγμάτευσης, θεσμούς οικονομικής δημοκρατίας, ενεργειακή και παραγωγική αναδιάρθρωση με κοινωνικό πρόσημο και ανακατανομή ισχύος από τις αγορές προς την κοινωνία.
Μια τέτοια ιδεολογική ανασυγκρότηση δεν αφορά μόνο το ίδιο το ΠΑΣΟΚ, αφορά τη δυνατότητα της ελληνικής κεντροαριστεράς να αρθρώσει μια πειστική αφήγηση για τον 21ο αιώνα. Η πολιτική ιστορία δείχνει ότι τα κόμματα που κατορθώνουν να επανέλθουν ως κυβερνητικές δυνάμεις δεν το πετυχαίνουν απλώς μέσω οργανωτικής αναδιάταξης ή επικοινωνιακής ανανέωσης. Το πετυχαίνουν όταν καταφέρνουν να εκφράσουν ένα νέο κοινωνικό συμβόλαιο.
Εάν το ΠΑΣΟΚ επιθυμεί να διεκδικήσει εκ νέου τον ρόλο της κυβερνητικής εναλλακτικής, η πρόκληση που αντιμετωπίζει είναι βαθύτερη από μια εκλογική στρατηγική. Πρόκειται για την ανάγκη επαναπροσδιορισμού της ίδιας της ιστορικής του αποστολής. Και σε αυτή τη διαδικασία, η επανερμηνεία ενός σύγχρονου ριζοσπαστικού σοσιαλισμού ενδέχεται να αποτελέσει όχι απλώς μια ιδεολογική επιλογή, αλλά την προϋπόθεση πολιτικής του αναγέννησης.
Δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα των Συντακτών

