Ποιος τιμάριθμος; Του Κώστα Καλλίτση

Όταν ο τιµάριθµος έτρεχε µε 4,4% τον Ιούνιο, όσα νοικοκυριά ξόδευαν όλο το εισόδηµά τους για να ζήσουν επιβαρύνονταν πολύ περισσότερο από εκείνα που, έχοντας διπλάσιο ή τετραπλάσιο εισόδηµα, ξόδευαν το ίδιο απόλυτο ποσό –που, όµως, αναλογούσε στο 50% ή στο 25% του συνολικού τους εισοδήµατος– και αποταµίευαν ή επένδυαν το υπόλοιπο. Κι εκείνα τα νοικοκυριά που έµεναν στο νοίκι, επειδή το κόστος της στέγασης –λόγω κυρίως της µεγάλης ανόδου των ενοικίων– έτρεχε µε 10,6%, επιβαρύνονταν πολύ περισσότερο από τα νοικοκυριά που διέθεταν ιδιόκτητη στέγη. Είναι κοινός τόπος: Ο τιµάριθµος δεν επιφέρει την ίδια επιβάρυνση σε όλους. Αυτή η πραγµατικότητα συσκοτίζεται επειδή καταρτίζεται ένας τιµάριθµος µε βάση ένα καλάθι προϊόντων κοινό για φτωχούς και πλούσιους, νέους και ηλικιωµένους, παρότι η κατανάλωση διαφέρει έως πάρα πολύ ανάλογα µε τα δηµογραφικά και τα εισοδηµατικά χαρακτηριστικά των κοινωνικών οµάδων. Παρότι, επίσης, η ακρίβεια στα είδη ευρείας κατανάλωσης –που, στην πράξη, απορροφούν το σύνολο του εισοδήµατος της πλειονότητας των λαϊκών νοικοκυριών– κατά κανόνα είναι πολύ µεγαλύτερη από τη µέση ακρίβεια που αποτυπώνεται στον τιµάριθµο της ΕΛΣΤΑΤ ή της Eurostat.

Προκειµένου να ανιχνεύονται οι επιπτώσεις της ακρίβειας στις διαφορετικές κοινωνικές κατηγορίες, σε αρκετές χώρες καταρτίζονται επιµέρους τιµάριθµοι, µε βάση διαφορετικά καλάθια κατανάλωσης για διαφορετικές οµάδες του πληθυσµού. Πρωτοπορούν η Βρετανία και η Νέα Ζηλανδία, που σε τακτά διαστήµατα δηµοσιεύουν ειδικούς τιµαρίθµους για τους φτωχότερους, για τους συνταξιούχους, για αυτούς που κατοικούν στο νοίκι κ.λπ. Επίσης, περιοδικές έρευνες επί του θέµατος γίνονται σε πολιτείες των ΗΠΑ, στη Γαλλία, την Ιταλία, τη Γερµανία και την Ισπανία.

Θα ήταν σηµαντικό να τις µιµηθούµε. Η ΕΛΣΤΑΤ να καταρτίσει διαφοροποιηµένους τιµαρίθµους, που θα µετρούν την πραγµατική επιβάρυνση του κόστους ζωής σε µεγάλες κοινωνικές οµάδες µε διαφορετικά δηµογραφικά και εισοδηµατικά χαρακτηριστικά, προσφέροντας ένα πολύ χρήσιµο εργαλείο επεξεργασίας στοχευµένων πολιτικών. Και θα βοηθούσε πολύ σε αυτήν την κατεύθυνση αν η Τράπεζα της Ελλάδος, που διαθέτει το επιστηµονικό δυναµικό, έκανε περιοδικά σχετικές έρευνες που θα αποτύπωναν µε ακρίβεια την εικόνα της πραγµατικής κατάστασης. Το ερώτηµα είναι αν όντως θέλουµε να γνωρίζουµε τα πραγµατικά δεδοµένα. Ή προτιµάµε να ρητορεύουµε στο όνοµά τους. Παράδειγµα, η συζήτηση που έρχεται και επανέρχεται για την κοστολόγηση των προτάσεων των κοµµάτων. Θέλουµε να γνωρίζουµε το δηµοσιονοµικό κόστος τους; Αν ναι, ο νόµος ορίζει ότι αρµόδια είναι µια ανεξάρτητη αρχή, το Δηµοσιονοµικό Συµβούλιο. Όµως, αυτό έχει την ευθύνη αλλά δεν έχει τα µέσα.

Αφότου το επισηµάναµε, την Κυριακή 21 Ιουνίου, έγιναν κάποιες υπηρεσιακές συσκέψεις και προχώρησε η συµφωνία Συµβουλίου µε ΑΑΔΕ, ώστε το Συµβούλιο να δικαιούται να αντλεί στοιχεία από την ΑΑΔΕ, για να κοστολογεί τη µια ή την άλλη πρόταση. Αποµένει, όµως, να ενισχυθεί µε επαρκές προσωπικό και σύγχρονες υπολογιστικές εφαρµογές. Αυτό θα έκανε µια κυβέρνηση που θα ήθελε να προχωρήσει η υπόθεση της κοστολόγησης πολιτικών, αντί να ρητορεύει για την κοστολόγησή τους από το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους. Γιατί, απλά –σύµφωνα και µε την κείµενη νοµοθεσία– αυτό δεν είναι δουλειά του Γενικού Λογιστηρίου, αφού αυτό διοικείται από πολιτικό προϊστάµενο. Είναι δουλειά µιας (αµερόληπτης) ανεξάρτητης αρχής, του Δηµοσιονοµικού Συµβουλίου. Που θα την έκανε, αν του το επέτρεπε η κυβέρνηση.

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Η Καθημερινή