ΠΑΣΟΚ: προβλήματα στρατηγικής και φυσιογνωμίας. Του Γιάννη Νικολάου

Με την αισιόδοξη εκδοχή της ηγεσίας του, το ΠΑΣΟΚ τροχοδρομεί προς την απογείωση, διαθέτει πλήρες επεξεργασμένο πρόγραμμα, η κομματική του ζωή σφύζει και η εκλογική του νίκη στις προσεχείς εκλογές είναι ορατή.

Η πραγματική ζωή δεν επιβεβαιώνει την αισιοδοξία. Η επιρροή του παραμένει χαμηλή στους νέους, στα ασθενέστερα οικονομικά στρώματα, στα μεγάλα αστικά κέντρα και ιδίως στις λαϊκές συνοικίες. Ταυτόχρονα δεν σαγηνεύει ούτε τα δυναμικά τμήματα της κοινωνίας που αναζητούν την καινοτομία και απογοητεύονται από την κυριαρχία του κονέ, ούτε τους «αθέατους» της αποχής. Η πολιτική και η φυσιογνωμία του δεν πείθουν ότι μπορεί να γίνει ο κύριος εκφραστής τους. Αυτό ήταν και παραμένει το μεγάλο πρόβλημα που καθηλώνει το ΠΑΣΟΚ πολλά χρόνια.

Εκφράζοντας βολεμένα, κυρίως, μεσοστρώματα που δεν επιθυμούν ριζικές αλλαγές, αρκούνται σε μικροδιορθώσεις της ασκούμενης από τη Ν.Δ. πολιτικής, ενώ η αναδιανομή του εισοδήματος δεν αποτελεί κύρια προτεραιότητά τους, είναι αδύνατο να συγκροτήσει κοινωνική συμμαχία που θα δημιουργήσει ρεύμα εκλογικής πλειοψηφίας.

Οι αντιθεσμικές πολιτικές της Ν.Δ. δημιουργούν ευρύτερες αντικυβερνητικές συσπειρώσεις που είναι αφομοιώσιμες από αντιπολιτικές φωνές και δεν δημιουργούν αίτημα προοδευτικής πολιτικής αλλαγής αν δεν επεκτείνονται στο γενικότερο κοινωνικό περιεχόμενο της κυβερνητικής πολιτικής.

Δεν λείπουν από το ΠΑΣΟΚ οι ενδιαφέρουσες επιμέρους ιδέες και προτάσεις, δεν συγκροτούν όμως συνολικό εναλλακτικό πολιτικό σχέδιο για τη χώρα.

Όσο επομένως το ΠΑΣΟΚ δεν πείθει ότι αποτελεί την εναλλακτική πρόταση απέναντι στη Ν.Δ., είναι λογικό να ανακυκλώνεται η συζήτηση για τις στρατηγικές του επιλογές και την πολιτική του.

Η συμφωνία στην «αυτόνομη» πορεία και τον στόχο της εκλογικής νίκης δεν απαντά στο πρόβλημα στρατηγικής του. Κάθε κόμμα διατηρώντας την πολιτική του αυτονομία μπορεί να πορευθεί μοναχικά ή να επιλέξει συμμαχίες και συνεργασίες σε οποιαδήποτε κατεύθυνση, είτε προς τα αριστερά είτε προς τα δεξιά.

Ο στόχος της νίκης στις προσεχείς εκλογές δεν είναι εφικτός. Ουδείς άλλωστε τον πιστεύει πραγματικά, αν και οι δημόσιες αμφισβητήσεις αποφεύγονται ώστε να διατηρηθούν ευαίσθητες εσωκομματικές ισορροπίες.

Η καθαρή τοποθέτηση του προέδρου του, ότι το ΠΑΣΟΚ δεν θα συνεργαστεί μετεκλογικά με τη Ν.Δ., καθιστά ανεξήγητη την επιμονή να μη δεσμευτεί το κόμμα με επίσημη απόφαση στο συνέδριό του. Είναι προφανές πως για να διαλυθεί η εδραιωμένη καχυποψία, που έρχεται από το παρελθόν, χρειάζεται κάτι πιο επίσημο από την προφορική διαβεβαίωση «τα μιλήσαμε, τα συμφωνήσαμε».

Αβάσιμη και υπερβολική η καχυποψία; Οχι και τόσο. Στελέχη που τώρα πρωταγωνιστούν στο ΠΑΣΟΚ υπήρξαν από τους σημαιοφόρους της «κατάργησης» της διαχωριστικής γραμμής Αριστεράς- Δεξιάς και της αντικατάστασής της με την αντίθεση λαϊκισμού- ορθολογισμού. Εξάλλου και σήμερα υπάρχουν φωνές που προτείνουν η απόφαση για τις συνεργασίες να ληφθεί μετά τις εκλογές, ανάλογα με το αποτέλεσμα και με όλα τα ενδεχόμενα ανοιχτά, θεωρώντας ότι η πολιτική «σταθερότητα» της χώρας παραμένει ύψιστη προτεραιότητα. Έτσι η «αυτόνομη πορεία» φαίνεται να εμπεριέχει όλες τις επιλογές πολιτικής γραμμής και συμμαχιών.

Στο ίδιο πλαίσιο συνεχίζεται η φιλολογία για τους κεντρώους που θα κρίνουν τις εκλογές. Ο έρωτας για το (ασαφές ιδεολογικά και απροσδιόριστο πολιτικά) «Κέντρο» ουδέποτε υπήρξε πολιτικά αθώος.

Οι πολιτικές συγγένειες δεν εξαρτώνται από τα εκλογικά αποτελέσματα. Το ΠΑΣΟΚ ή μπορεί να συνεργαστεί με τη Ν.Δ. ή δεν μπορεί. Όσο λοιπόν το θέμα δεν ξεκαθαρίζεται επισήμως και «με τη βούλα», η αμφισημία θα παραμένει με τα ανάλογα αποτελέσματα στη θολή φυσιογνωμία του.

Το ΠΑΣΟΚ θα πρέπει επιπλέον να προσαρμόσει τη στρατηγική του στο διαμορφούμενο πολιτικό σκηνικό όπου θα υπάρξουν νέα κόμματα, ένα με το οποίο θα πρέπει να αντιπαρατεθεί (Καρυστιανού) και ένα με το οποίο θα πρέπει, τουλάχιστον, να συνομιλήσει (Τσίπρας).

Η αναγκαιότητα για συνεργασία των προοδευτικών δυνάμεων είναι προφανής, αλλά οι δυσχέρειες μεγάλες. Δεν έχει αποκρυσταλλωθεί η γενικότερη εικόνα στον ευρύτερο χώρο της δημοκρατικής παράταξης και το γενικότερο πολιτικό τοπίο βρίσκεται σε πρωτοφανή ρευστότητα. Ο διάλογος και οι ανοιχτοί δίαυλοι επικοινωνίας ανάμεσα σε όλες τις δυνάμεις του προοδευτικού χώρου παραμένουν χρήσιμοι ώστε να επιτυγχάνονται συγκλίσεις.

Η συνεργασία των προοδευτικών δυνάμεων έχει ενδιαφέρον αν στόχος της είναι η αλλαγή των πολιτικών συσχετισμών και ο τερματισμός της κυριαρχίας της Δεξιάς, δεν νοείται να υποκρύπτει επιδιώξεις αντιπαράθεσης με επικείμενες πρωτοβουλίες στον προοδευτικό χώρο.

Η συζήτηση για την αναθεώρηση του Συντάγματος ανοίγει νέο κεφάλαιο ευκαιρίας ή δοκιμασίας για το ΠΑΣΟΚ. Η συμμετοχή του στη διαδικασία, ως ένδειξη θεσμικής «υπευθυνότητας», ακόμα και αν συνοδεύεται με τις αρτιότερες προτάσεις, μπορεί να νομιμοποιήσει την πρόθεση της κυβέρνησης να εκμεταλλευτεί τη ρευστότητα του πολιτικού σκηνικού και να δεσμεύσει τη χώρα σε συντηρητικές συνταγματικές ρυθμίσεις, χωρίς την απαιτούμενη ευρεία συναίνεση.

* Πρώην μέλος του Εκτελεστικού Γραφείου και της Κεντρικής Επιτροπής του ΠΑΣΟΚ

Δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα των Συντακτών