Μια πνευματική αποστασία και ένα μεγάλο έργο. Του Νικόλα Σεβαστάκη

Ο θάνατος του Κωνσταντίνου Τσουκαλά στάθηκε αφορμή πολλών μνημονεύσεων. Ο κοινωνιολόγος, ο άνθρωπος των διακεκριμένων θεσμικών ρόλων, η όμορφη φυσιογνωμία μιας ορισμένης παρισινής σκηνής και εποχής, όλα ξαναήρθαν στο φως με φωτογραφίες, βίντεο κι αναμνήσεις φοιτητών και συναδέλφων.

Στέκομαι εδώ στο τι αντιπροσώπευσε στον διανοητικό χάρτη ο Τσουκαλάς. Ποιόν λόγο και ποια κοινωνική και ιδεολογική παρουσία κόμισε, μέσα και έξω από τα μεγάλα βιβλία του όπως και τις μικρότερες σπουδές και παρεμβάσεις του. Στη βιογραφία του αναγνωρίζει κανείς ένα καταγωγικό ίχνος, μια στιγμή αφύπνισης και έπειτα μια πορεία διεύρυνσης του κριτικού του βλέμματος. Δεν αναφέρομαι εδώ στην οικογενειακή καταγωγή και σε ό,τι στάθηκε ο κόσμος ενός παιδιού της μετα-κατοχικής Αθήνας, με όλα τα δώρα της εκλεκτής μόρφωσης, των λογοτεχνικών και καλλιτεχνικών ερεθισμάτων. Ο Τσουκαλάς αναδύεται στο μικρό υποσύνολο μιας μεθοριακής γενιάς, γενιάς που δεν πολέμησε μεν η ίδια, αντίκρισε όμως εικόνες κι έγινε μάρτυρας λόγων και φόβων μιας χώρας εν πολέμω. Συνάντησε μια ευαισθησία και ένα περίγραμμα ενδιαφερόντων που το λέμε προοδευτικό αστισμό. Η ευαισθησία αυτή θα διαπλαστεί στη δεκαετία του ’50 και ώς τη δικτατορία κοντά και στο πλάι όχι τελείως μέσα στην Αριστερά. Ο Τσουκαλάς ξεκινά και αυτός ως ένας νομικός του ορίζοντα του Ομίλου Παπαναστασίου που έρχεται σε ουσιαστική επαφή με τη μαρξιστική συζήτηση.

Διακρίνουμε τρεις στιγμές στην πορεία όλων αυτών των δεκαετιών. Μια στιγμή κατεξοχήν κοινωνιολογική, μια άλλη ιδιαζόντως πολιτική και θεσμική και μια τρίτη στιγμή η οποία αιχμαλωτίζει τη γραφή του Τσουκαλά κυρίως μετά το βιβλίο του «Είδωλα πολιτισμού» και ως τον «Αόρατο Λεβιάθαν» και τις πιο όψιμες χρονικά παρεμβάσεις του και την ομιλία στην Ακαδημία. Κάθε μια από αυτές τις στιγμές φαίνεται να απαντά σε άλλα ζητήματα: τι είναι αυτή η κοινωνία και πως αναπαράγονται οι τάξεις, οι εκπαιδευτικές, θεσμικές και πολιτικές της δομές; Από αυτό το ερώτημα θα τραφεί η μεγάλη κοινωνιολογική παραγωγή. Φτάνει ως και τη δεκαετία του ’80 όπου οι αλλαγές που «αποδεσμεύονται» από τις κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ, ωθούν σε καινούριες αναλύσεις: για τις κοινωνικές συμπεριφορές και τη σημασία των πολιτισμικών αντιφάσεων για κάθε ταξική ανάλυση του ελληνικού κοινωνικού σχηματισμού.

Σε όλη αυτή τη διαδρομή ο Τσουκαλάς δεν μένει στα όρια ενός προοδευτικού, εκσυγχρονιστικού λόγου. Τα παραβιάζει. Επιμένει να επεξεργάζεται πιο ριζικές απορίες για τη διάρθρωση των υλικών συμφερόντων και των αξιών. Και εντέλει είναι στην τρίτη στιγμή της σκέψης του που κατά τη γνώμη μου ολοκληρώνει τη ρήξη με την καταγωγική αφετηρία του προοδευτικού αστισμού. Το παράδοξο να διαπρέπεις σε αξιώματα και να θέτεις τα πιο ζόρικα ερωτήματα. Τι εννοώ με αυτό; Ότι, κατά κάποιο τρόπο, στα κείμενα του Τσουκαλά από τη δεκαετία του ’90 και εφεξής, μετά δηλαδή το κυρίως κοινωνιολογικό του έργο, η σκέψη του γίνεται εμφανώς πιο ανθρωπολογική και ηθικά ανήσυχη. Δεν επερωτά απλώς κάποιες δημόσιες πολιτικές, κοινωνικές ανισότητες ή εκπαιδευτικές στρεβλώσεις. Μοιράζεται ασίγαστες απορίες για τις ανθρωπολογικές «καταστροφές» τις οποίες επιφέρει ο νεοφιλελεύθερος καπιταλισμός και οι κυρίαρχες εκδοχές εξατομίκευσης (ο διάχυτος ανταγωνιστικός ατομικισμός). Θα έλεγε κανείς, ότι ο Τσουκαλάς των ύστερων χρόνων, μιας βαθύτερης δηλαδή ωριμότητας, γίνεται οριακά ατελέσφορος για κάθε φλατ προοδευτισμό σοσιαλδημοκρατικού τύπου. Διότι μιλάει εντονότερα για την απειλή από την καθήλωση στο μοντέλο μιας ανάπτυξης ως “μεγέθυνσης”, τον κατατεμαχισμό του κοινωνικού, τις νέες μορφές πολιτικής αλλοτρίωσης.

Εδώ ανιχνεύω προσωπικά και την ουσιαστική νεότητα αυτής της σκέψης: δεν παραιτείται από την ιδέα της χειραφέτησης, αν και, ομολογουμένως, δεν διστάζει να γίνεται προκλητικά “απαισιόδοξη” και να από-γοητεύει. Όχι όμως από πόζα ή επιπολαιότητα αλλά επειδή αν θέλεις πια να σέβεσαι τον εαυτό σου επιστημονικά και πολιτικά, δεν μπορεί να προσποιείσαι ότι βαδίζουμε στον καλύτερο δυνατό κόσμο.Ο Τσουκαλάς υπήρξε αποστάτης της τάξης του όχι βεβαίως με τη γραφική έννοια κάποιου που ισχυρίζεται ότι συχνάζει στα καφενεία των Εξαρχείων εγκαταλείποντας το Φίλιον ή τη Δεξαμενή. Αποστατεί και αποκλίνει με μια πολύ πιο βαθιά έννοια αφού από βιβλίο σε βιβλίο και από παρέμβαση σε παρέμβαση, αποδομεί τα είδωλα του ανταγωνισμού, του εκσυγχρονισμού, της θεσμικής επίφασης ή της οικονομικής μεγέθυνσης ανοίγοντας το δύσκολο κεφάλαιο μιας νέας Πολιτείας, μιας εναλλακτικής κοινωνικοπολιτικής θέσμισης. Είναι τούτος ο προβληματισμός για την τύχη ενός πολιτισμού της ίσης ελευθερίας που αποστατεί πνευματικά από τις συμβατικές συντεταγμένες και τη αβροφροσύνη των εκσυγχρονιστών.

Ο Κωνσταντίνος Τσουκαλάς έμεινε πιστός σ΄ ένα πνεύμα άβολης κριτικής αφού δεν αποποιήθηκε ποτέ την αναγκαιότητα της. Ακόμα και αν έβρισκε, πια, πιο λιγοστές χαραμάδες ελπίδας.

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα ΤΟ ΒΗΜΑ