Κομματικός πατριωτισμός ή ιδέες; Του ΘΟΔΩΡΟΥ ΜΑΡΓΑΡΙΤΗ
Οι εκλογικές αναμετρήσεις είναι συνήθως το προνομιακό πεδίο του κομματικού πατριωτισμού. Τα σύμβολα, οι παραδόσεις, το συναίσθημα του ανήκειν συγκροτούν τα αφηγήματα των κομματικών σχηματισμών. Ως ένα βαθμό λογικό. Ωστόσο οι πραγματικές ανάγκες έχουν άλλη συχνότητα. Η πολιτική ιστορία συγκροτείται κυριαρχικά από ιδέες, από αξιακά συστήματα τα οποία επιχειρούν να δώσουν απαντήσεις στα προβλήματα της κοινωνίας. Πολύ συχνά ο κομματικός πατριωτισμός γίνεται εργαλείο για να συγκαλυφθούν τα κενά και οι αδυναμίες των ιδεολογικών προτάσεων. Η προσωπική μου διαδρομή με πείθει ότι μόνο η δύναμη των ιδεών, η ισχυρή ιδεολογική αυτοπεποίθηση συγκροτούν ισχυρές ταυτότητες. Μερικές φορές και ανεξάρτητα από κομματικά ποσοστά. Η περίπτωση του Ευρωκομουνισμού ήταν μια τέτοια εκδοχή με το αποτύπωμα που άφησε στην ιστορία και το πάθος για την ανανέωση του κομμουνιστικού παραδείγματος. Πιο ισχυρό φαινόμενο υπήρξε η Σοσιαλδημοκρατία με το ιστορικό της βάθος και την αναθεωρητική της ικανότητα. Με αυτή την οπτική μπορούμε να εξηγήσουμε την αντοχή και την ανοδική τάση του ΠΑΣΟΚ/ΚΙΝΑΛ. Παράλληλα το ίδιο ενδιαφέρον έχει και το ρεύμα του Φιλελευθερισμού. Αντίθετα ο δεξιός και ο αριστερός λαϊκισμός όπως και η επίκληση του κομματικού πατριωτισμού έχουν συγκυριακά χαρακτηριστικά και δεν διαμορφώνουν ούτε ισχυρές ταυτότητες, ούτε συνεκτικά πολιτικά σχέδια. Οι σύγχρονες καταστάσεις απαιτούν άλλωστε επαναπροσδιορισμούς και προσαρμογές. Είναι εύκολο να μένεις σε απαράβατες βεβαιότητες. Είναι εύκολο να θεωρείς ότι η εμμονή στο «ένδοξο παρελθόν» και στην κομματική ιστορία είναι απάντηση στα νέα ζητήματα. Το δύσκολο είναι να διαμορφώσεις ιδεολογικές και πολιτικές απαντήσεις στις νέες προκλήσεις. Με σκέψη, προβληματισμό, ανοιχτό μυαλό. Να αποτυπώσεις τις ιδέες με ορίζοντα την Ελευθερία, την Δικαιοσύνη, την Ισότητα. Για τους ανθρώπους και τους πολίτες. Όχι μόνο ως εκλογική πελατεία. Τα παλαμάκια, η προσήλωση στον κομματικό αρχηγό, ο φανατισμός της «κερκίδας» έχουν κοντά ποδάρια. Δεν αντέχουν για πολύ.
Αναδημοσίευσή από “ΤΑ ΝΕΑ”

