Η «ευημερία των αριθμών» και η σκληρή πραγματικότητα της Ελληνικής Οικονομίας. Του Κώστα Τσιλιφώνη

Ακούμε καθημερινά για το «success story» της ελληνικής οικονομίας (μέχρι και ορισμένα στελέχη του ΠΑΣΟΚ το λενε εν μέρη), την ανάκτηση της επενδυτικής βαθμίδας και τη μείωση του λόγου Χρέους/ΑΕΠ. Αν όμως ξύσουμε την επιφάνεια των κυβερνητικών πανηγυρισμών και αναλύσουμε τα επίσημα στοιχεία (ΟΔΔΗΧ, Eurostat), η εικόνα που προκύπτει είναι άκρως ανησυχητική για το μακροπρόθεσμο μέλλον της χώρας.

Ας μιλήσουμε με δεδομένα:

1. Το απόλυτο χρέος διογκώνεται:

Στο τέλος του 2025, το συνολικό χρέος της Κεντρικής Διοίκησης άγγιξε τα 406 δισ. ευρώ (και το χρέος Γενικής Κυβέρνησης τα 363 δισ.). Υπενθυμίζεται ότι το 2010, όταν η χώρα οδηγήθηκε στην επίσημη χρεοκοπία και στα μνημόνια, το αντίστοιχο χρέος ήταν 330 δισ. ευρώ. Παρά τις θυσίες μιας δεκαετίας, σε απόλυτους αριθμούς είμαστε πιο χρεωμένοι από ποτέ.

2. Η «τεχνητή» μείωση του δείκτη Χρέους/ΑΕΠ:

Η κυβέρνηση θριαμβολογεί για τη μείωση του ποσοστού Χρέους προς ΑΕΠ. Πώς επιτυγχάνεται όμως αυτό; Κατά κύριο λόγο μέσω του πληθωρισμού. Ο συσσωρευμένος πληθωρισμός της περιόδου 2019-2026 αγγίζει το 28%. Ο πληθωρισμός αυτός διογκώνει τεχνητά το ονομαστικό ΑΕΠ (τον παρονομαστή του κλάσματος), κάνοντας το χρέος να φαίνεται μικρότερο, την ίδια ώρα που λεηλατεί το εισόδημα των πολιτών.

3. Η ψευδαίσθηση της ανάπτυξης και η αγοραστική δύναμη:

Αν η ανάπτυξη για την οποία μας μιλούν ήταν πραγματική και διαχυτική στην κοινωνία, η Ελλάδα δεν θα βρισκόταν σταθερά στην προτελευταία θέση της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε επίπεδο αγοραστικής δύναμης, οριακά πάνω από τη Βουλγαρία. Οι μακροοικονομικοί δείκτες ευημερούν, αλλά η μικροοικονομία της ελληνικής οικογένειας στραγγαλίζεται από την ακρίβεια και τους καθηλωμένους πραγματικούς μισθούς.

4. Η συρρίκνωση των ταμειακών διαθεσίμων:

Το περίφημο «cash buffer» (το μαξιλάρι ασφαλείας της χώρας) έχει περιοριστεί δραστικά από τα 37 δισ. του 2019 στα 5,4 δισ. ευρώ (με τα συνολικά ταμειακά διαθέσιμα γύρω στα 13 δισ. τον Μάρτιο του 2026). Η κυβέρνηση επιλέγει να εξαντλεί τα διαθέσιμα για πρόωρες αποπληρωμές και επικοινωνιακά οφέλη, μειώνοντας τις άμυνες της χώρας σε μια εποχή παγκόσμιας γεωπολιτικής και οικονομικής αβεβαιότητας.

5. Το θεμελιώδες πρόβλημα: Ένα στρεβλό παραγωγικό μοντέλο.

Η χώρα οδηγείται σε έναν οικονομικό εγκλωβισμό, καθώς το παραγωγικό μας μοντέλο παραμένει μονοδιάστατο και ρηχό. Η ανάπτυξη στηρίζεται σχεδόν αποκλειστικά στην κατανάλωση, τον τουρισμό, το real estate και τις υπηρεσίες χαμηλής προστιθέμενης αξίας – αυτό που λαϊκά ονομάζουμε «οικονομία του καφέ και των υπηρεσιών ομορφιάς».

Δεν παράγουμε διεθνώς εμπορεύσιμα αγαθά υψηλής τεχνολογίας, δεν θωρακίζουμε την εγχώρια παραγωγή και δεν επενδύουμε σε θέσεις εργασίας υψηλής εξειδίκευσης που θα κρατήσουν τους νέους επιστήμονες στη χώρα.

Συμπέρασμα:

Η χώρα δεν κινδυνεύει άμεσα με μια ονομαστική χρεοκοπία τύπου 2010 (καθώς το χρέος είναι πλέον ρυθμισμένο μακροπρόθεσμα), αλλά με κάτι εξίσου επικίνδυνο: τη «στασιμότητα της φτώχειας». Μια κατάσταση όπου οι οίκοι αξιολόγησης θα μας αναβαθμίζουν, τα funds θα κερδοσκοπούν, αλλά η πλειοψηφία των Ελλήνων πολιτών θα αδυνατεί να βγάλει το μήνα.

Η οικονομική πολιτική δεν κρίνεται στα τηλεοπτικά πάνελ, αλλά στην αγοραστική δύναμη των πολιτών και στη βιωσιμότητα του παραγωγικού μοντέλου. Και εκεί, το τρέχον μοντέλο αποτυγχάνει παταγωδώς.

Ο Κώστας Τσιλιφώνης είναι Χημικός Μηχανικός ΕΜΠ – ΜΒΑ, μέλος της Σ.Ε της Ανανεωτικής Αριστεράς