Για την ψυχολογία του νέου μικρο-φασισμού. Του Νικόλα Σεβαστάκη
Τη μακρινή δεκαετία του ’30 οι διανοούμενοι προσπαθούσαν να εξηγήσουν την ψυχολογία του φασισμού δοκιμάζοντας να περιγράψουν ένα φάσμα διαφορετικών στάσεων: από την παθητική αποδοχή του μοιραίου ως τον εκστατικό ενθουσιασμό και τον μικροϋπαλληλικό καιροσκοπισμό.
Σήμερα, διαβάζοντας τα σχόλια κοροϊδίας και περιφρόνησης κάτω από ρεπορτάζ ή αναρτήσεις για το πλοίο «Madleen» και την κατάσταση στη Γάζα (ακόμα όμως και για τις διαδηλώσεις στο Λος Άντζελες με την εθνοφρουρά και τους… πεζοναύτες), καταλαβαίνει κανείς πως αυτή η παλιά συζήτηση για την ψυχολογία του φασισμού δεν έχει κλείσει καθόλου. Αντιθέτως. Δεν μπορεί κανείς να ξέρει, στο αινιγματικά γλιστερό τοπίο των σχολίων, αλλά νομίζω πως είναι μεγάλο το ποσοστό των πολιτών που φαίνεται να δείχνουν την πιο ακραία περιφρόνηση προς οτιδήποτε και οποιονδήποτε κινητοποιείται για έναν σκοπό χειραφέτησης, μια πρόταση αντίστασης, ένα αίτημα διαμαρτυρίας. Αν εξαιρέσουμε κάποιους σκοπούς στενά «εθνικούς» (με την παραμορφωτική σημασία που έχει πάρει κατά καιρούς αυτός ο προσδιορισμός), όλα τα υπόλοιπα θέματα είτε δεν τους ενδιαφέρουν καθόλου είτε τους βλέπουμε να υιοθετούν τις πλέον αδιάλλακτες θέσεις των κυβερνώντων. Η κουβέντα που ακούστηκε να λέει ο αστυνομικός των ΜΑΤ για το πλοίο «Madleen» («δεν το βούλιαζαν το πλοίο οι Ισραηλινοί να ησυχάζαμε κι εμείς…») είναι ακριβώς ό,τι σκέφτονται και προτείνουν μειδιώντας πολλοί/-ες περισσότεροι/-ες. Και εδώ δεν πρέπει να αποφεύγουμε την πικρή αλήθεια, ούτε να πιστεύουμε πως αυτή η οπτική ανήκει μόνο σε ένα ακροδεξιό εκλογικό σώμα.
Αν μείνει κανείς και αντέξει αυτά τα σχόλια, βρίσκει κυρίως ένα μίσος προς οτιδήποτε «αριστερό». Προσοχή όμως, αυτό δεν είναι μια πολιτική αντίθεση σε συγκεκριμένα κόμματα ή σε πρόσωπα που ανήκουν στη μια ή την άλλη πλευρά της ελληνικής και διεθνούς αριστεράς. Αυτό θα ήταν μέρος μιας χρήσιμης συζήτησης και αντιπαράθεσης. Με αφορμή όμως τη συμπαράσταση και τις κινητοποιήσεις για την Παλαιστίνη, διακρίνει κανείς μια πρωτόγονη ορμή ταύτισης με τον ισχυρό σε όλα σχεδόν τα επίπεδα: ο κόσμος που συντάσσεται με την ένθερμη υπεράσπιση του ισραηλινού κρατικού και κυβερνητικού πλέγματος με τον ίδιο περίπου τρόπο αισθάνεται και την ανάγκη να υπερασπιστεί την αμερικανική αστυνομία απέναντι στον «όχλο», να κάνει τον συνήγορο των πλουσίων απέναντι στους λαϊκιστές, να δικαιολογήσει τα τουριστικά μεγα-πρότζεκτ στα νησιά, να υπερθεματίσει στις εξορύξεις στο Αιγαίο και οπουδήποτε αλλού, να χειροκροτήσει τη διευκόλυνση των απολύσεων στο Δημόσιο, να χαρεί προκαταβολικά στην ιδέα για αντικατάσταση δασκάλων και καθηγητών με bots και «έξυπνους» βοηθούς. Θα έλεγε κανείς πως μια αλυσίδα συναισθημάτων υπέρ των κυρίαρχων και ισχυρών πόλων της ζωής συγκινεί το ακροατήριο αυτό, έτσι ώστε να μην ανέχεται οτιδήποτε φέρνει μια αντίρρηση κάνοντας λίγο περισσότερο θόρυβο.
Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Lifo

