Αξιοκρατία, αξιότητα, αξιολόγηση. Του Παναγιώτη Καρκατσούλη
Η εννοιολογική διασάφηση όρων που χρησιμοποιούνται σε μια ευρύτερη, μη επιστημονικά οριοθετημένη συζήτηση, είναι απαραίτητη για την αποφυγή (ηθελημένων και μη) παρεξηγήσεων.
Η αξιολόγηση είναι μια απ’ αυτές τις λέξεις που έχουν αποκτήσει στο ελληνικό πολιτικο-διοικητικό συγκείμενο ιδιότητες που δεν συνάδουν με τους επιστημονικούς προσδιορισμούς της. Έτσι η αξιολόγηση που αποτελεί ένα μέσον, ένα εργαλείο απαραίτητο για την ολοκλήρωση κάθε διοικητικού ενεργήματος, έχει μετατραπεί σε συνταγματική Αρχή, και από κάποιους, ακόμη και σε ηθικό πρόταγμα. Από την άλλη, η αξιότητα, η αξιοσύνη, είναι μάλλον μια ξεχασμένη και παραμελημένη λέξη (κι έννοια), παρά την κατοχύρωσή της στο πρώτο ελληνικό Σύνταγμα. Η αξιοκρατία, η τρίτη έννοια που εμπλέκεται άμεσα στη συζήτηση, περιορίζεται στην επιλογή προσωπικού στις προλήψεις και συγχέεται με την ισότητα.
Κι αν αυτή η αποσαφήνιση είναι αναγκαία για μια παραγωγική συζήτηση, εξ ίσου χρήσιμη και αναγκαία είναι και η κατανόηση του διοικητικού συστήματος ως όλου, αποτελούμενο από μέρη, καθένα εκ των οποίων μπορεί και πρέπει να αξιολογείται. Έτσι, παρ’ όλον ότι στην Ελλάδα, επαναλαμβάνεται, για δεκαετίες, μια προσχηματική συζήτηση περί αξιολογήσεως των δημοσίων υπαλλήλων, η βελτίωση της ποιότητας είτε των παρεχόμενων υπηρεσιών είτε της διοικητικής παραγωγικότητας δεν είναι ορατή. Η αξιολόγηση περιορίστηκε, κατά την εφαρμογή της, σε κάποιες δειλές απόπειρες θέσπισης κανόνων που κατανοούσαν την αξιότητα και την αξιοκρατία ως τεχνικά ζητήματα συγχεόμενα με την αντικειμενικότητα των επιλογών. Πλην όμως ακόμη κι αυτές σκόνταψαν τόσο στις αντιδράσεις ορισμένων συνδικαλιστικών ηγεσιών όσο και στην επιφυλακτικότητα μεγάλου μέρους της δημοσιοϋπαλληλίας, αφού συνδέθηκαν με τιμωρητικές πολιτικές μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και οι απολύσεις.
Θα πρέπει, αντ’ αυτών, να σχεδιαστεί η αξιολόγηση του λειτουργικού συστήματος της δημόσιας διοίκησης, δηλαδή, των ρυθμιστικών κανόνων και των διοικητικών διαδικασιών. Ακολούθως, να αξιολογηθεί η ποιότητα των δομών και των υποδομών στη βάση δεικτών αποτελεσματικότητας και αποδοτικότητας (εδώ συμπεριλαμβάνονται οι έννοιες του συντονισμού και της πολυ-επίπεδης διακυβέρνησης) και να ακολουθήσει η αξιολόγηση των παρεχόμενων υπηρεσιών προς πολίτες και επιχειρήσεις. Εν τέλει, οι ίδιες εγγυήσεις ποιότητας θα πρέπει να παρασχεθούν και για την αξιολόγηση του ανθρώπινου δυναμικού του Δημοσίου.
Η αξιολόγηση πρέπει να συνοδεύεται από ένα σύνολο μέτρων που θα προβλέπουν επιβραβεύσεις είτε κυρώσεις για όσες υπηρεσίες και πρόσωπα (ανεξαρτήτως επιπέδου και ρόλου) αξιολογηθούν αρνητικά. Σημαντικό είναι, επίσης, να αποσαφηνιστεί ποιοι θα είναι οι αξιολογητές και τι εχέγγυα ανεξαρτησίας θα έχουν ώστε να μπορούν να παρακάμψουν τις πελατειακές και κομματικές πιέσεις στην περίπτωση αρνητικών αξιολογήσεων.
Τέτοια προγράμματα αξιολογήσεων έχουν παρουσιαστεί στο παρελθόν, άλλα με περισσότερα κι άλλα με λιγότερα αποτελέσματα. Αξιομνημόνευτα είναι το πρόγραμμα «Ποιότητα για τον Πολίτη» πριν από σχεδόν τριάντα χρόνια και η λειτουργική αξιολόγηση της ελληνικής δημόσιας διοίκησης από τον ΟΟΣΑ, που περιλαμβάνουν τόσο διεισδυτικές αναλύσεις του διοικητικού συστήματος όσο και προτάσεις δράσεων με σκοπό τη δρομολόγηση των αναγκαίων μεταρρυθμίσεων.
Οι πολίτες μπορούν, κατά την εφαρμογή μιας τέτοιας μεταρρυθμιστικής στρατηγικής, να έχουν έναν καθοριστικό ρόλο. Δεν μπορεί όμως να τελεσφορήσει κανένα πρόγραμμα αξιολόγησης που παρακάμπτει όργανα και αποφάσεις που παραβιάζουν τη θεσμική τάξη. Η αξιολόγηση είναι ασύμβατη τόσο με τις πελατειακές πρακτικές όσο και με την εντυπωσιοθηρία και τον λαϊκισμό. Η συμβολική κι όχι ουσιαστική χρησιμοποίησή της την ακυρώνει.
Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ

