Η χρηστή νομοθέτηση επείγει! Του Παναγιώτη Καρκατσούλη
Πολλοί λίγοι είναι εκείνοι που μελετούν συστηματικά τη λειτουργία του κράτους στη χώρα μας. Μεταξύ αυτών συγκαταλέγεται το Κέντρο Φιλελεύθερων Μελετών (ΚΕΦιΜ), μια ανεξάρτητη δεξαμενή σκέψης, που παρακολουθεί μέσω του «Δείκτη Ποιότητας Νομοθέτησης» (ΔΠΝ) την ποιότητα των νόμων που ψηφίζονται από το ελληνικό κοινοβούλιο.
Ο ΔΠΝ παρακολουθεί την εξέλιξη συγκεκριμένων χαρακτηριστικών της ελληνικής νομοθετικής παραγωγής, όπως είναι τα νομοτεχνικά χαρακτηριστικά τους, η διαβούλευση εκτός και εντός κοινοβουλίου, η ακολουθούμενη διαδικασία ψήφισης και η εφαρμογή τους.
Στα πέντε τελευταία χρόνια καταγράφεται μια αργή και μικρή βελτίωση σε ορισμένους υποδείκτες του ΔΠΝ και το ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσον είναι αρκετή αυτή η πρόοδος; Λύθηκαν τα προβλήματα της νομοθέτησης που ταλανίζουν και υπονομεύουν το κράτος δικαίου επί δεκαετίες; Τελικά, πάμε μπροστά η πίσω (σε σχέση και με την πρόοδο των ευρωπαίων εταίρων μας που εφαρμόζουν αντίστοιχες πολιτικές);
Η μεγάλη εικόνα της ελληνικής νομοθετικής παραγωγής έχει, πάντως, τα εξής σταθερά χαρακτηριστικά:
Α) Ελλιπή έως ανύπαρκτη τεκμηρίωση των επιλογών που νομοθετούνται. Αυτό συμβαίνει παρά την υποχρεωτική «Ανάλυση Επιπτώσεων» που συνοδεύει κάθε νομοσχέδιο και οφείλεται στην πλημμελή κοινωνικο-οικονομική έρευνα στη χώρα μας. Σημειωτέον ότι αυτό συμβαίνει παρά την ύπαρξη φορέων και οργανισμών (ΕΚΚΕ, ΕΚΔΔΑ, ΚΕΠΕ, Επιστημονική Υπηρεσία Βουλής) που μπορούν να ανταπεξέλθουν σ’ ένα τέτοιο εγχείρημα.
Β) Περιορισμένη και χειραγωγούμενη διαβούλευση. Η διαβούλευση δεν περιλαμβάνει, συχνά, το σύνολο των ρυθμίσεων που απαρτίζουν ένα νομοσχέδιο αλλά ένα μέρος αυτών. Ορισμένες ρυθμίσεις εμφανίζονται, για πρώτη φορά, στους βουλευτές μετά τη λήξη της διαβούλευσης. Αλλά και εκείνη η διαβούλευση που λαμβάνει χώρα γίνεται μόνο μέσω σχολίων και προτάσεων που κατατίθενται στην πλατφόρμα διαλόγου opengov.gr. Άλλες μορφές διαβούλευσης, όπως, για παράδειγμα, ενημερωτικές καμπάνιες, εκπομπές στα ΜΜΕ και χρήση μέσων κοινωνικής δικτύωσης δεν υπάρχουν.
Γ) Η διεκπεραίωση πελατειακών αιτημάτων και απαιτήσεων. Μικρότερα και μεγαλύτερα ομαδικά η και ατομικά συμφέροντα παρεισφρύουν στη νομοθετική διαδικασία μέσω του Δούρειου Ίππου των τροπολογιών («ν-τροπολογιών» κατά την εύσχημη δημοσιογραφική απόδοση της σχετικής διαδικασίας) οι οποίες αποτελούν, συχνά, ολόκληρα νομοθετήματα που παρακάμπτουν την κανονική διαδικασία συζήτησης και ψήφισης.
Δ) Η συμβολική χρήση των κανόνων δικαίου μέσω της μετάθεσης της εφαρμογής τους στο μέλλον. Αντί της άμεσης εφαρμογής των νόμων συχνά επιλέγεται μια παρακαμπτήριος της. Αυτή συνίσταται σε εξουσιοδοτήσεις, κυρίως, σε Υπουργούς, για την έκδοση δικών τους αποφάσεων, οι οποίες αντί να ρυθμίζουν λεπτομέρειες, αποτελούν ουσιαστικό τμήμα της νομοθετικής ρύθμισης. Οι υπουργικές αποφάσεις μπορεί να μην εκδοθούν ποτέ. Λόγοι συμβολικοί και πολιτικοί νομιμοποιούν τέτοιες διαδικασίες παράκαμψης της εφαρμογής των νόμων.
Ε) Η εγγενής ή η εμπρόθετη ανοργανωσιά. Ίσως να μην υπάρχει άλλος συνταγματικός κανόνας που να παραβιάζεται τόσο συστηματικά όσο εκείνος του άρθρου 74 παρα5 Συντάγματος που απαγορεύει την προσθήκη άσχετων διατάξεων σ’ ένα νόμο. Ως δικαιολογίες προβάλλονται άλλοτε ο περιορισμένος χρόνος συζήτησης των νομοσχεδίων κι άλλοτε το επείγον μιας ρύθμισης. Τις περισσότερες φορές πρόκειται για ρουσφετολογικές διευθετήσεις.
Εν κατακλείδι, η νομοθέτηση δηλαδή ο πυρήνας της διοίκησης των κρατικών υποθέσεων, πάσχει από «ασθένειες» για τις οποίες υπάρχουν ευρέως διαδεδομένα αντίδοτα. Η έρευνα του ΚΕΦιΜ δείχνει να υπάρχει μια ανεπαίσθητη βελτίωση σε βάθος μακρού χρόνου. Οι κρατούντες έχουν να επιλέξουν ανάμεσα σε μια γενναία μεταρρύθμιση της πολιτικής για τη χρηστή νομοθέτηση -με ορόσημο τη συνταγματική αναθεώρηση- και μιας ακόμη χαμένης ευκαιρίας εκσυγχρονισμού του ελληνικού πολιτικο-διοικητικού συστήματος.
Δημοσιεύθηκε στη Εφημερίδα των Συντακτών

