Το πανίσχυρο κέντρο είναι μύθος. Του Γιώργου Σιακαντάρη

Στις περισσότερες εκλογικές αναμετρήσεις των τελευταίων ετών οι δύο πόλοι των μεταπολεμικών δυτικών κομματικών συστημάτων (κεντροαριστερά και κεντροδεξιά) χάνουν συνεχώς δυνάμεις. Η κεντροαριστερά και η Αριστερά όμως χάνουν πολύ περισσότερες δυνάμεις από τον παραδοσιακό τους αντίπαλο, την κεντροδεξιά.

Ζούμε πλέον σε κοινωνίες όπου: Αν και υπάρχει ακόμη ανάπτυξη, οι ανισότητες οξύνονται αντί να αμβλύνονται. Η εργασία, αν και ο σημαντικότερος παράγοντας τόσο για την οικονομική ανάπτυξη όσο και για την ηθική και ψυχολογική στήριξη των ανθρώπων, αντί να αναβαθμίζεται, συνεχώς υποτιμάται και υποβαθμίζεται. Οι κοινωνίες αυτοκτονούν επιμένοντας σε πολιτικές χρήσης ορυκτών καυσίμων που βαθαίνουν την κλιματική κρίση. Δεν είναι άσχετες με αυτή την κρίση οι λογικές οι οποίες επιμένουν πως οι αγορές και η κερδοφορία του κεφαλαίου είναι πάνω απ’ όλα. Τα κράτη υποχωρούν έναντι των μεγάλων τεχνολογικών εταιρειών και φαίνονται ανίσχυρα να αντιμετωπίσουν τις καθημερινές ραγδαίες αλλαγές που επιφέρουν οι νέες τεχνολογίες και η τεχνητή νοημοσύνη. Στις κοινωνίες ανθεί ο ακροδεξιός μισαλλόδοξος λαϊκισμός, ενώ μέχρι το 1980 αυτός ήταν ασήμαντη δύναμη. Και ενώ συμβαίνουν όλα αυτά, τα κεντροαριστερά μετακόμματα εστιάζουν στο πώς θα προστατέψουν τις ηγεσίες και όχι τις ιδέες τους.

Η κεντροαριστερά δεν κατόρθωσε να αντιτάξει μια διακριτή εναλλακτική πολιτική υπέρ των μεσαίων και των αδύναμων κοινωνικών ομάδων αντί της κυρίαρχης που είναι η στήριξη του μεγάλου πλούτου και των μεγάλων εταιρειών στον χώρο της τεχνολογίας και των ορυκτών καυσίμων. Αυτή άρχισε να θεωρεί το κράτος πρόνοιας ως συμπλήρωμα της ανάπτυξης και όχι μοχλό της. Αποδέχθηκε τις δαπάνες ως το μέγιστο πρόβλημα κι όχι τα χαμηλά έσοδα ως τέτοιο. Συμβιβάστηκε με την υποχώρηση των πολιτικών προοδευτικής φορολογίας έναντι της επίπεδης. Δεν μπόρεσε να ανανεώσει το πνεύμα της πλουραλιστικής δημοκρατίας με το πνεύμα της ισότητας, να παντρέψει δηλαδή το πρωτείο της δημοκρατίας με αυτό της ισότητας. Σύρθηκε στην άποψη που θεωρεί πως ο λαϊκισμός είναι η μεγαλύτερη απειλή για τις δημοκρατίες, βαπτίζοντας έτσι ως λαϊκισμό ακόμη και τα σωστά λαϊκά αιτήματα για προστασία και ασφάλεια από την ανεξέλεγκτη αγορά.

Και γιατί συμβαίνουν όλα αυτά; Είναι ανίκανες οι ηγεσίες; Είναι τόσο μεγάλη η ανάγκη χρηματοδότησης των κομμάτων από το πολιτικό χρήμα που δεν τους επιτρέπει να ριζοσπαστικοποιήσουν τον λόγο τους; Φταίει το διαδίκτυο που ακυρώνει τον σοβαρό πολιτικό λόγο; Είναι όλα αυτά και πολλά άλλα. Το κυριότερο όμως είναι πως από μια στιγμή και ύστερα η κεντροαριστερά σύρθηκε στο ρεύμα των «δημοσκόπων» που υποστηρίζει ότι τις νίκες τις φέρνει το κέντρο. Πίσω όμως απ’ αυτή την άποψη κρύβεται η ιδεολογική ηγεμονία της κυριαρχίας των αγορών, όπως αυτή εκφράζεται από το «δεν υπάρχει εναλλακτική». Ιδέα που απομάκρυνε τα μεσαία και κατώτερα κοινωνικά στρώματα από την κεντροαριστερά. Ετσι παντού στην Ευρώπη αυτή κέρδιζε το μειοψηφικό κέντρο (βραχμανική Αριστερά), αλλά έχανε την πλειοψηφική Αριστερά. Στην Ελλάδα, για παράδειγμα, κεντρώο δηλώνει μόνο το 20%, ενώ ένα 40% αυτοπροσδιορίζεται ως αριστερό και κεντροαριστερό, το άλλο 40% δηλώνει δεξιό και ακροδεξιό. Μετά ας μην απορούν γιατί, αν και τις βγάζουν και τις μπάζουν με τον ήλιο τις ψήφους, αυτές πεθαίνουν. Ο μύθος του πανίσχυρου κέντρου κόβει ψήφους.

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Documento