Πόσο απέχουμε σήμερα από την “θεωρία του κηπουρού”; Του Βασίλη Μαστρογιάννη

Με αφορμή τον τελευταίο μίνι ανασχηματισμό είναι χρήσιμο να αποτυπωθούν κάποιες σκέψεις. Οι δύο βασικές αλλαγές υπουργών αφορούν το υπουργείο Υγείας και το υπουργείο Προστασίας του Πολίτη, στα οποία αμφότεροι οι νέοι υπουργοί είχαν υπηρετήσει μέχρι, μόλις λίγους μήνες πριν.

Συνάγεται ότι ο πρωθυπουργός, με βάση κυρίως αυτές τις δύο αλλαγές, έκανε τουλάχιστον “ένα” λάθος. Είτε έκανε λάθος τότε που τους τοποθέτησε αρχικά σε αυτά τα υπουργεία και τους αντικατέστησε, έχοντας προφανώς τη γνώμη ότι δεν τον ικανοποιούσε το έργο τους, είτε τότε που λανθασμένα τους αντικατέστησε και τώρα, “μετανοημένος”, τους ξαναέβαλε στον ίδιο υπουργικό θώκο.

Να έχει δίκιο σε όλη αυτή την αλληλουχία γεγονότων, αντικαταστάσεων, αλλεπάλληλων αλλαγών και οπισθοδρομήσεων, με βάση τη λογική, είναι μάλλον αδύνατον. Θα θυμίσω απλά ότι, σύμφωνα με την επιστημονικά πειραματική και αποδεικτική διαδικασία, οι ίδιες ακριβώς παράμετροι επαναλαμβανόμενοι παράγουν και εξάγουν επακριβώς τα ίδια αποτελέσματα-συμπεράσματα. Οι λόγοι (Έλλειψη στελεχών; Διαφορετική εκτίμηση γεγονότων και προσώπων κάθε φορά; Δεσμεύσεις; ) της ανακύκλωσης προσώπων και θέσεων, ίσως κάποτε να γίνουν γνωστοί. Μικρή σημασία έχει.

Αυτό που έχει σημασία, όμως, είναι η κατάσταση που βρίσκεται η χώρα από την άποψη της λειτουργικότητας της διοίκησης, των θεσμών, της πολιτικής, της διαφάνειας, της αποτελεσματικότητας, της οικονομίας, της εξωτερικής πολιτικής και τελικά της λειτουργίας της ίδιας της Δημοκρατίας. Η Ελλάδα διακόσια χρόνια (200) μετά την επανάσταση δεν μπορεί ή δεν θα ‘πρεπε να παρουσιάζει αυτή την εικόνα. Παρά τον επικοινωνιακό βομβαρδισμό περί του αντιθέτου, σε ζητήματα λειτουργίας των θεσμών, διαφάνειας, δημοκρατίας και εκσυγχρονισμού, βρισκόμαστε, στις σχετικές κατατάξεις, ανάμεσα στις χώρες που ελάχιστη (παραδοσιακά) σχέση έχουν με τη Δύση.

Η “θεωρία του κηπουρού”
Πριν εκατό πενήντα (150) περίπου χρόνια, ο Χαρίλαος Τρικούπης αναρωτήθηκε ποιος φταίει και η Δημοκρατία στην Ελλάδα δεν λειτουργεί, επιρρίπτοντας τις ευθύνες στον τότε βασιλιά για την ισχύ της λεγόμενης “θεωρίας του κηπουρού”, σύμφωνα με την οποία διόριζε κυβερνήσεις μειοψηφίας με πρόσωπα της εμπιστοσύνης του.

Η αρχή της δεδηλωμένης έδωσε κάποια λύση και έκτοτε, έστω και με ελλείψεις, παρερμηνείες και προσαρμογές ανάλογα με τα μικροσυμφέροντα (αρκεί να θυμηθούμε τις παρεμβάσεις τη δεκαετία του 1910 και αργότερα τη δεκαετία του ΄60 με τα γνωστά αποτελέσματα) κυβερνά κατά βάση η πλειοψηφία. Πόσο αληθές είναι όμως αυτό σήμερα και κατά πόσο έχουμε μια Δημοκρατία που λειτουργεί με ελευθερία, χωρίς δεσμεύσεις, χωρίς διαπλοκές και τελικά πόσο απέχουμε από τη “θεωρία του κηπουρού” στο πρωθυπουργοκεντρικό μας σύστημα;

Τηρουμένων των αναλογιών, πόσο μακριά είμαστε από την λογική της προώθησης των ημετέρων, των “φίλων”, της παρέας και των ομοτράπεζων και πόσο μακριά από την συμμετοχική δημοκρατία από την ελεύθερη ατομική παρέμβαση και την κοινωνία των πολιτών;

Παρωχημένο μοντέλο διακυβέρνησης
Αν θυμηθούμε δε τον Ουμπέρτο Έκο, ο οποίος σημείωνε ότι «Δημοκρατία δεν σημαίνει πως η πλειοψηφία έχει δίκιο, αλλά απλά έχει το δικαίωμα να κυβερνά», θα δούμε με άλλο μάτι το πολυαναφερόμενο 41% και τη λογική ότι αυτό δίνει απάντηση σε όλα. Κατά συνέπεια θα μπορούμε στα πλαίσια της δημοκρατικής νομιμότητας να διατυπώνουμε με ελευθερία την άποψη και τις προτάσεις μας, έστω κι αν αυτές είναι μειοψηφικές και χρήσιμο είναι να λαμβάνονται υπόψη καμιά φορά από τις εκάστοτε πλειοψηφίες.

Η αύξηση της ακροδεξιάς στην Ευρώπη θα ‘πρεπε να κρούσει το καμπανάκι του κινδύνου για τον τρόπο που αντιλαμβάνονται και λειτουργούν οι καθεστωτικοί παράγοντες εν γένει. Βρισκόμαστε δυστυχώς, χρονικά, σε μία φάση ύπνωσης και αποδοχής της μοίρας μας, δεχόμενοι κάθε φορά στωικά το μαρτύριο της σταγόνας και η φράση “και μη χειρότερα, έχει ο θεός” ολοένα και περισσότερο κυριαρχεί στο κλείσιμο των περισσότερων συζητήσεων. Αυτό είναι ακραία επικίνδυνο.

Η έλλειψη οράματος, η έλλειψη ελπίδας, ο συμβιβασμός και η παραίτηση κατατρώγει τα σωθικά της ελληνικής κοινωνίας και ιδιαίτερα της νέας γενιάς, η οποία παρά τις εξαγγελίες και τις μεγαλοστομίες συνεχίζει το αναγκαστικό-μονόδρομο ταξίδι της προς αναζήτηση άλλων πατρίδων, την εποχή που όλοι “ανησυχούν” για το δημογραφικό. Δεν ξέρω πια πόσο αυτό είναι εφικτό, αλλά αν δεν γίνει σύντομα μία αναγεννησιακού τύπου πολιτιστική-προοδευτική και δημοκρατική “επανάσταση” από τις υγιείς δυνάμεις της κοινωνίας, την επιστημονική κοινότητα, τη μεσαία-αστική τάξη και σύσσωμο τον προοδευτικό κόσμο (τον προσδιοριζόμενο έτσι με σύγχρονους όρους) να δώσουν δημοκρατική διέξοδο στα πολλαπλά αδιέξοδά μας, το μέλλον αυτής της χώρας μοιάζει ζοφερό.

Ας γίνει, αυτός ο στόχος της νέας χρονιάς για όλους μας: Να συμβάλλουμε ούτως ώστε να μπουν οι κοινωνικοπολιτικές βάσεις για “ενδυνάμωση” της δημοκρατίας (αμεσότερης, συμμετοχικής, αποκεντρωτικής) και για περιθωριοποίηση της πατρωνίας, της οικογενειοκρατίας, της διαπλοκής και τελικά της μετριοκρατίας. Ας παραδειγματιστούμε κι ας αγωνιστούμε, αφήνοντας πίσω μας τη μετριότητα και το χθες. Μπορούμε καλύτερα (αυτό αποδεικνύεται κι από το γεγονός ότι σε οργανωμένες χώρες οι άξιοι μετανάστες μας προκόβουν).

ΥΓ. Ο Αριστοτέλης, εδώ σε αυτά τα μέρη, έδειξε τον δρόμο, προτάσσοντας το πραγματικό και δουλεύοντας συστηματικά για την μετεξέλιξη του ανθρώπου και της κοινωνίας «από αυτό που είναι προς το ιδανικό και την ευδαιμονία» (σε αντίθεση με όσους προτάσσουν τις μεγαλοστομίες, την ουτοπία και το ανεκπλήρωτο, με ιδέες και οράματα κενά περιεχομένου, που έχουν σαν αποτέλεσμα τα αδιέξοδα και τις απογοητεύσεις). Μήπως αυτός είναι ο στόχος τελικά;.

Αναδημοσίευση από www.slpress.gr