Περί ιδιωτικών και δημοσίων πανεπιστημίων. Της Ευγενίας Μπουρνόβα

Στη χώρα μας γεννιούνται περίπου 80.000 παιδιά κάθε χρόνο, όσες σχεδόν είναι οι θέσεις στα ελληνικά δημόσια πανεπιστήμια! Άρα τα πανεπιστημιακά ιδρύματα όλης της επικράτειας μπορούν να προσφέρουν ανώτατες σπουδές σε κάθε ελληνόπουλο που στοχεύει σε αυτές. Στην Ελλάδα, που στερείται σοβαρή επαγγελματική-τεχνολογική εκπαίδευση διετούς φοίτησης και όπου η τριτοβάθμια εκπαίδευση εξασφάλιζε για σχεδόν δυο αιώνες την κοινωνική κινητικότητα, η πλειοψηφία των ελληνικών οικογενειών διοχετεύει δεκάδες χιλιάδες ευρώ στην προετοιμασία των παιδιών της, ώστε να εισαχθούν σε κάποια σχολή. Και έτσι χιλιάδες φοιτητές/τριες λιμνάζουν στα ΑΕΙ, την ίδια στιγμή που η χώρα έχει τεράστια έλλειψη από τεχνίτες. Κατηγορούνται τα πανεπιστήμια ότι δεν είναι συνδεδεμένα με τις ανάγκες της αγοράς, ενώ είναι η ίδια η κοινωνία που εθελοτυφλεί.

Ποιοι απόφοιτοι, λοιπόν, λυκείου δεν εισέρχονται στην τριτοβάθμια εκπαίδευση; Καταρχάς οι απόφοιτοι που εάν θεσμοθετούνταν το εθνικό απολυτήριο δεν θα κατάφερναν να το αποκτήσουν. Δεύτερον, οι απόφοιτοι που, αν και δεν κατάφεραν να εισαχθούν με πανελλήνιες στις υψηλόβαθμες ιατρική ή νομική, οι προσδοκίες τους (των ίδιων ή των γονιών τους) τους οδηγούν στις χώρες του πρώην ανατολικού μπλοκ ή στην Κύπρο για να λάβουν ένα πτυχίο από ιδρύματα που δεν βρίσκονται σε διεθνείς λίστες αξιολόγησης −σε αντίθεση με τα ελληνικά πανεπιστήμια που ανεβαίνουν διαρκώς στις διεθνείς κατατάξεις! Επίσης, είναι οι απόφοιτοι που θέλουν να σπουδάσουν κάτι ιδιαίτερο, και τέλος είναι οι απόφοιτοι που προέρχονται από εύπορες οικογένειες και κατευθύνονται για σπουδές σε κάποιο διάσημο (συνήθως αγγλοσαξονικό) και πανάκριβο πανεπιστήμιο -αυτή είναι η επιλογή της ελληνικής ελίτ για τις σπουδές των παιδιών της και δεν πρόκειται να αλλάξει αν ιδρυθούν ιδιωτικά πανεπιστήμια στην Ελλάδα.

Τα ελληνικά πανεπιστήμια την τελευταία πεντηκονταετία παράγουν εξαιρετικό ερευνητικό έργο, παρ’ ότι η χρηματοδότησή τους έχει μειωθεί τον 21ο αιώνα τουλάχιστον κατά το ήμισυ σε σχέση με το 2008-9 (βλέπε ανακοινώσεις Συγκλήτων ΕΜΠ και Πανεπιστημίου Κρήτης) και παρά το γεγονός ότι φέτος η κυβέρνηση δεν αναπλήρωσε το 25% των θέσεων των πανεπιστημιακών καθηγητών. Επιπλέον, το ερευνητικό έργο παράγεται με πολύ μικρό κόστος, δηλαδή με μισθούς που αφήνουν άφωνους τους Ευρωπαίους συναδέλφους μας, αφού ο επίκουρος καθηγητής στην Ελλάδα διορίζεται με 1.300€, ενώ είναι γύρω στην ηλικία των 40, με πολλές επιστημονικές δημοσιεύσεις και συμμετοχές σε συνέδρια, που πλήρωσε για χρόνια από την τσέπη του!

Από τα παραπάνω γίνεται σαφές ότι χρειάζεται όχι μόνο δραστική αύξηση της χρηματοδότησης των ΑΕΙ αλλά και πολλές αλλαγές για τις οποίες απαιτείται κοινωνική και πολιτική συναίνεση και οργανωμένη συζήτηση για μακροχρόνιο σχεδιασμό που να θέτει στρατηγικούς στόχους στην εκπαίδευση τουλάχιστον δεκαετίας.

Στον αντίποδα, η κυβέρνηση εξαγγέλλει διαρκώς μια μεταρρύθμιση, που η υλοποίησή της μένει στα χαρτιά, κατόπιν την εξαγγέλλει εκ νέου, επαναφέροντας το θέμα διαφοροποιημένο κάθε φορά. Στην ουσία, με συνεχείς κυβερνητικές εξαγγελίες που δεν προχωρούν, δημιουργείται κοινωνική αναστάτωση και αναδεικνύονται οι παθογένειες του δημοσίου στον μέγιστο βαθμό, ώστε να παρουσιαστεί ως αναγκαιότητα το ιδιωτικό! Αυτό συμβαίνει και με τις τωρινές καταλήψεις των πανεπιστημίων που νομιμοποιούν την επιδίωξη της κυβέρνησης να ιδρύσει ιδιωτικά πανεπιστήμια παρακάμπτοντας το άρθρο 16 του Συντάγματος. Το δημόσιο πανεπιστήμιο πρέπει να στηριχθεί με κινητοποιήσεις και άλλες δράσεις αλλά χωρίς διακοπή της λειτουργίας του, ενάντια σε όσους συστηματικά το δυσφημούν και το υποβαθμίζουν, προβάλλοντας την ίδρυση ιδιωτικών πανεπιστημίων ως αντίβαρο. Και αυτό όχι γιατί φοβάται το ελληνικό πανεπιστήμιο κάποια ιδιωτικά εκπαιδευτήρια που πιθανόν να εγκατασταθούν, αλλά γιατί το θεσμικό πλαίσιο ίδρυσής τους πρέπει να συζητηθεί με την αναθεώρηση του άρθρου 16 και όχι παρακάμπτοντάς το! Η κυβέρνηση πρέπει να άρει την εξαγγελία κατάθεσης νομοσχεδίου και να συζητηθεί οργανωμένα η ρύθμιση της αγοράς τριτοβάθμιας εκπαίδευσης που παρέχεται εδώ και δεκαετίες από ιδιωτικά εκπαιδευτήρια, είτε είναι αυτά του «ενός ορόφου» είτε τα πιο σημαντικά, π.χ. Deere-Anatolia. Η άρνηση συζήτησης και ρύθμισης του ζητήματος των ιδιωτικών εκπαιδευτηρίων λειτουργεί σε βάρος όχι μόνο των σπουδαστών τους αλλά και της ελληνικής κοινωνίας.

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ