Ο λεκές. Του ΠΑΥΛΟΥ ΤΣΙΜΑ

Μέσα στην πο­λι­τι­κή θύ­ελ­λα των ημε­ρών, ίσα που ακού­στη­κε, θα­μπός, ο ήχος μιας προει­δο­ποι­η­τι­κής βο­λής, ενός κώ­δω­νος κιν­δύ­νου. Ήταν ένα άρ­θρο των Financial Times, που δη­μο­σιεύ­θη­κε την πε­ρα­σμέ­νη Τρίτη, την ημέ­ρα που ο Αλέ­ξης Τσί­πρας έφευ­γε από την Α­ΔΑ­Ε με εκεί­νον τον λευ­κό φά­κελ­λο, που εξε­λί­χθη­κε σε κάτι σαν το κου­τί της Παν­δώ­ρας. Το άρ­θρο των F.T. ανα­γνώ­ρι­ζε πως η ελ­λη­νι­κή οι­κο­νο­μία έχει κά­νει «πε­λώ­ρια πρό­ο­δο», πως επι­τυγ­χά­νει ρυθ­μούς ανά­πτυ­ξης από τους τα­χύ­τε­ρους στην ευ­ρω­ζώ­νη και πως «από κα­θα­ρά μα­κρο­οι­κο­νο­μι­κή άπο­ψη, η Ελλά­δα έχει δι­καί­ω­μα να ελ­πί­ζει ότι θα απο­κτή­σει, μέσα στη χρο­νιά, την επεν­δυ­τι­κή βαθ­μί­δα». Αλλά, στην συ­νέ­χεια, προει­δο­ποιού­σε πως «η ανά­κτη­ση της επεν­δυ­τι­κής βαθ­μί­δας θα απαι­τή­σει κάτι πε­ρισ­σό­τε­ρο από πρω­το­γε­νή πε­λο­νά­σμα­τα». Θα απαι­τή­σει, επί­σης, «να δεί­ξει η Ελλά­δα ότι δια­θέ­τει ισχυ­ρούς θε­σμούς και ανε­ξάρ­τη­τη δι­καιο­σύ­νη».

Ο εκ­κω­φα­ντι­κός θό­ρυ­βος της αντι­δι­κί­ας για τις πα­ρα­κο­λου­θή­σεις της ΕΥ­Π, έπνι­ξε τον ήχο του κώ­δω­νος. Αλλά δεν θα έπρε­πε. Έστω και μό­νον για­τί το άρ­θρο και τις προει­δο­ποι­ή­σεις που πε­ριέ­χει υπο­γρά­φει η επι­κε­φα­λής οι­κο­νο­μο­λό­γος μιας με­γά­λης αμε­ρι­κα­νι­κής εται­ρεί­ας συμ­βού­λων, μια φωνή με όχι ασή­μα­ντη απή­χη­ση στην διε­θνή ακα­δη­μαϊ­κή και επι­χει­ρη­μα­τι­κή κοι­νό­τη­τα- των οί­κων αξιο­λό­γη­σης συ­μπε­ρι­λαμ­βα­νο­μέ­νων. Η­ Μέγκαν Γκριν, άλ­λω­στε, κέρ­δι­σε την φήμη της ακρι­βώς επει­δή ήταν από τους πρώ­τους που προ­έ­βλε­ψαν, πολύ νω­ρίς, από το 2008, την κρί­ση που θα ερ­χό­ταν στην ευ­ρω­ζώ­νη, θα είχε την Ελλά­δα στο επί­κε­ντρό της και θα υπο­χρέ­ω­νε την Ευρώ­πη, εν τέ­λει, σε «διά­σω­ση» με δά­νεια αλλά και σε δια­γρα­φή χρέ­ους.

Σε πρώ­τη ανά­γνω­ση, η προει­δο­ποί­η­σή της δεν αφο­ρά τα επί­μα­χα των ημε­ρών, αυτά που επί τρι­ή­με­ρο συ­ζη­τή­θη­καν στην Βουλή. Αφορά μια πα­λιά αμαρ­τία, που πα­ρα­μέ­νει εκ­κρε­μής. Την πο­λι­τι­κά κα­θο­δη­γού­με­νη δι­κα­στι­κή δί­ω­ξη του Ανδρέα Γεωρ­γί­ου, του πρώ­ην επι­κε­φα­λής της Ελλη­νι­κής Στα­τι­στι­κής Αρχής, που διώ­χθη­κε επει­δή κα­τέ­γρα­ψε τα στοι­χεία του ελ­λείμ­μα­τος του 2009- όταν πια ο κύ­βος είχε ρι­φθεί, το μνη­μό­νιο είχε υπο­γρα­φεί- με τρό­πο στα­τι­στι­κά ορθό, όπως δέ­χθη­καν όλες οι κυ­βερ­νή­σεις που με­σο­λά­βη­σαν έκτο­τε, αλλά πο­λι­τι­κά ενο­χλη­τι­κό για την κυ­βέρ­νη­ση Καρα­μαν­λή. Η δι­κα­στι­κή του πε­ρι­πέ­τεια ξε­κί­νη­σε το 2011, πήρε δια­στά­σεις καφ­κι­κές και συ­νε­χί­ζε­ται ακό­μη, δώ­δε­κα χρό­νια αρ­γό­τε­ρα.

Οι δί­κες ανα­κυ­κλώ­νο­νται, όχι επει­δή αμ­φι­σβη­τεί­ται ότι ο Γεωρ­γί­ου έκα­νε το κα­θή­κον του ως επι­κε­φα­λής μιας ανε­ξάρ­τη­της αρ­χής και απο­κα­τέ­στη­σε την αξιο­πι­στία των εθνι­κών στα­τι­στι­κών στοι­χεί­ων, τα δια­βό­η­τα Greek statistics. Aλλά επει­δή τα στοι­χεία του για το έλ­λειμ­μα έθι­ξαν ένα ιερό τα­μπού- την ευ­θύ­νη μιας συ­γκε­κρι­μέ­νης κυ­βέρ­νη­σης για την χρε­ο­κο­πία της χώ­ρας. Η υπό­θε­σή του έχει κα­τα­χω­ρη­θεί διε­θνώς, αλλά και στις ετή­σιες εκ­θέ­σεις του Στέιτ Ντι­πάρ­τμεντ για τα αν­θρώ­πι­να δι­καιώ­μα­τα, ως μια υπό­θε­ση «μη δί­και­ης δί­κης». Μια υπό­θε­ση πο­λι­τι­κής χει­ρα­γώ­γη­σης όχι μό­νον των ανε­ξάρ­τη­των αρ­χών αλλά και της Δικαιο­σύ­νης στην Ελλά­δα. Ένας μι­κρός, αλλά επί­μο­νος λε­κές στην ει­κό­να της χώ­ρας.

«Η Ελλά­δα», γρά­φει λοι­πόν η Γκριν, με αφορ­μή την υπό­θε­ση Γεωρ­γί­ου, εκτός από δη­μο­σιο­νο­μι­κή υγεία και ισχυ­ρό ανα­πτυ­ξια­κό δυ­να­μι­σμό, πρέ­πει να απο­δεί­ξει ότι δια­θέ­τει και «ισχυ­ρούς και ανε­ξάρ­τη­τους θε­σμούς». Προ­φα­νώς, όταν έγρα­φε την φρά­ση δεν φα­ντα­ζό­ταν ότι η δη­μο­σί­ευ­σή της θα συ­νέ­πι­πτε με την πρώ­τη μέρα μιας ανα­μέ­τρη­σης στην ελ­λη­νι­κή Βουλή, όπου μπαί­νουν σε συ­ζή­τη­ση οι «επι­συν­δέ­σεις» της ΕΥ­Π, η νο­μι­μό­τη­τά τους, ο έλεγ­χός τους από την Α­ΔΑ­Ε και η νο­μι­μό­τη­τα αυ­τού του ελέγ­χου, η πει­στι­κό­τη­τα των απα­ντή­σε­ων της κυ­βέρ­νη­σης ή η προ­θυ­μία της αντι­πο­λί­τευ­σης να αλέ­σει τα πά­ντα στον μύλο των εκλο­γι­κών σκο­πι­μο­τή­των. Εμείς έχου­με το προ­νό­μιο να πα­ρα­κο­λου­θού­με την δύ­σκο­λη (και συ­χνά άχα­ρη) συ­ζή­τη­ση γνω­ρί­ζο­ντας όλα αυτά απο­κτούν μια άλλη ση­μα­σία. Που υπερ­βαί­νει την άμε­ση πο­λι­τι­κή στό­χευ­ση. Υπη­ρε­τεί ή υπο­νο­μεύ­ει την ισχύ και την αξιο­πι­στία των θε­σμών- η οποία εκτός από την ση­μα­σία της για εμάς τους ίδιους, με­τρά και στην εκ­πλή­ρω­ση αυ­τού που έχει ορι­στεί ως εθνι­κός στό­χος. Την από­κτη­ση της επεν­δυ­τι­κής βαθ­μί­δας.

Δεν αξιο­λο­γού­μα­στε, φυ­σι­κά, με βάση του ποιος και για­τί πα­ρα­κο­λου­θού­σε ποιον, αν κα­λώς ή κα­κώς τον πα­ρα­κο­λου­θού­σε, ποιος το μαρ­τύ­ρη­σε σε ποιον και ποιος το δη­μο­σί­ευ­σε και για­τί. Αξιο­λο­γού­μα­στε όμως (και αυτό-αξιο­λο­γού­μα­στε) με κρι­τή­ριο εάν από μια πο­λι­τι­κή κρί­ση σαν αυ­τήν επι­βε­βαιώ­νε­ται ή δια­ψεύ­δε­ται η ανε­ξαρ­τη­σία και αξιο­πι­στία μιας ανε­ξάρ­τη­της αρ­χής και προ­πά­ντων η ανε­ξαρ­τη­σία της δι­καιο­σύ­νης που έχει τον τε­λευ­ταίο λόγο. Και με αυτό το κρι­τή­ριο, ο κίν­δυ­νος εί­ναι η εξέ­λι­ξη των πραγ­μά­των, η αδί­στα­κτη κομ­μα­τι­κή αντι­δι­κία επί ενός σο­βα­ρού θε­σμι­κού θέ­μα­τος, να διευ­ρύ­νει αντί να σβή­σει τον λεκέ.

Υστε­ρό­γρα­φο: Υπάρ­χει, προ­φα­νώς, και μια άμε­ση πο­λι­τι­κή, εκλο­γι­κή διά­στα­ση σε όλα αυτά. Το ερώ­τη­μα αν η υπό­θε­ση αυτή επη­ρε­ά­ζει τους πο­λι­τι­κούς συ­σχε­τι­σμούς ή τις εκλο­γι­κές συ­μπε­ρι­φο­ρές έχει τε­θεί πολ­λές φο­ρές και η συ­νή­θης απά­ντη­ση, με τα δε­δο­μέ­να των δη­μο­σκο­πή­σε­ων, εί­ναι αρ­νη­τι­κή. Αλλά υπάρ­χει και μια άλλη διά­στα­ση, που συ­χνά ξε­χνού­με. Ανά­με­σα στις εκλο­γές του 2004 και εκεί­νες του 2019, το ενερ­γό εκλο­γι­κό σώμα, ο αριθ­μός εκεί­νων που εμ­φα­νί­στη­καν στα εκλο­γι­κά τμή­μα­τα δη­λα­δή, μειώ­θη­κε κατά σχε­δόν δύο εκα­τομ­μύ­ρια (από 7, 5 εκα­τομ­μύ­ρια σε 5,7). Και αυτό δεν ήταν συ­νέ­πεια μιας από­το­μης δη­μο­γρα­φι­κής κα­θί­ζη­σης. Ήταν απο­τέ­λε­σμα μιας πο­λι­τι­κής «απο­μά­γευ­σης», της απο­καρ­δί­ω­σης, της απο­ξέ­νω­σης ενός ση­μα­ντι­κού μέ­ρους των αντι­προ­σω­πευό­με­νων από εκεί­νους που τους αντι­προ­σω­πεύ­ουν, ίσως και από την δια­δι­κα­σία της αντι­προ­σώ­πευ­σης την ίδια. Στοι­χη­μα­τί­ζω πως αν οι εκλο­γές διε­ξα­χθούν στο γή­πε­δο που ήδη δια­μορ­φώ­νε­ται, με το ύφος και την θε­μα­το­λο­γία που έχει κυ­ριαρ­χή­σει, τα κενά κα­θί­σμα­τα στις εξέ­δρες μπο­ρεί να γί­νουν πε­ρισ­σό­τε­ρα. Ποιος θα το θε­ω­ρού­σε ασή­μα­ντο;

Αναδημοσίευσή από “Kreport”