Ομιλία Θ. Μαργαρίτη στην εκδήλωση “52 χρόνια μετά το Πολυτεχνείο. Ανάγκη για μια νέα Μεταπολίτευση” (Πάτρα)

ΝΕΑ ΜΕΤΑΠΟΛΙΤΕΥΣΗ.

Η Μεταπολίτευση έφερε το τέλος του προδικτατορικού πολιτικού κύκλου. Τα κόμματα της εποχής είχαν φτάσει στα όρια τους. Η ΕΡΕ, η ΕΝΩΣΗ ΚΕΝΤΡΟΥ, η ΕΔΑ, τα ενδιάμεσα σχήματα. Το σοκ της χούντας οδήγησε σε ένα νέο προσδιορισμό των ιστορικών πολιτικών παρατάξεων. Το Πολυτεχνείο, δηλαδή το μαζικό κίνημα, όρισε τις αναδιατάξεις. Οι  διεργασίες έθεσαν στο περιθώριο το Μετεμφυλιακό κράτος, την ακραία αντικομουνιστική Δεξιά. Ήρθε η ΝΔ του Καραμανλή με έμφαση στον Ευρωπαϊκό φιλελεύθερο προσανατολισμό. Δημιουργήθηκε ένα νέο πολιτικό υποκείμενο στην Κεντροαριστερά –το ΠΑΣΟΚ -που μετεξελίχτηκε σε Σοσιαλδημοκρατικό κόμμα. Ήρθε ο άνεμος στην ανανέωση της Αριστεράς με το ΚΚΕ εσ. Ήρθε η στροφή στον ρεαλισμό του ΚΚΕ με τον Φλωράκη.

Σήμερα μιλάμε συχνά για νέα Μεταπολίτευση. Η μνημονιακή περιπέτεια και η κρίση οδήγησαν σε μεγάλους κραδασμούς το κομματικό πολιτικό σύστημα. Κεντρικό ρόλο στις αναδιατάξεις απέκτησε ο ΣΥΡΙΖΑ. Δεν πέτυχε όμως να γίνει πυλώνας του πολιτικού συστήματος. Βυθίστηκε μέσα στις σοβαρές αντιφάσεις και στους υποκειμενισμούς. Δεν εξασφάλισε όρους μιας κοινωνικής βάσης και συνέχειας προς την Αλλαγή. Το σημερινό τοπίο έχει και πάλι στη βάση του την μαζική αμφισβήτηση του κομματικού συστήματος. Η αποχή από τις κάλπες το δηλώνει. Πολλά μικρά «Πολυτεχνεία» με την έννοια των κινημάτων θέτουν νέες ιεραρχήσεις. Το βλέπουμε στο κίνημα των Τεμπών, στις διαδηλώσεις αλληλεγγύης στην Παλαιστίνη, στις διαμαρτυρίες των αγροτών. Ακόμα και στην σχετική παλινόρθωση των συνδικάτων. Σε μια γενική ατμόσφαιρα κοινωνικής κριτικής, διαμαρτυρίας και διάθεσης για έκρηξη. Το πρόβλημα όμως βρίσκεται σε εμάς. Στα κόμματα και στα κομματικά γυαλιά μας. Για αυτό χρειάζεται βαθύς αναστοχασμός, απόσταση από βεβαιότητες, επαναπροσδιορισμός, αυτοκριτική διάθεση και κυρίως νοοτροπία ανοιγμάτων και συμπερίληψης. Από αυτή την άποψη θα μιλήσω -στην συνέχεια- και για τον δικό μου χώρο. Την κεντροαριστερά του ΠΑΣΟΚ/ ΚΙΝΑΛ για να δούμε τα προβλήματα και τις δυνατότητες. Αξίζει ο καθένας να μιλά για το δικό του σπίτι.

 2. ΤΑ ΝΕΑ ΔΕΔΟΜΕΝΑ.

Μία διάχυτη αίσθηση στην κοινωνία ότι η κυβέρνηση που έχουμε είναι το Μαξίμου ΑΕ που ευφυώς πρώτη διατύπωσε η Φ. Γεννηματά τραυματίζει την Δημοκρατία και την κοινωνική συνοχή. Ένα τεράστιο πέπλο καχυποψίας ότι η ελίτ του κυβερνητικού επιτελείου -και ο ίδιος ο πρωθυπουργός- τα μετράνε όλα με βάση το χρήμα και τις προσωπικές τους μπίζνες κυριαρχεί στις καθημερινές συζητήσεις. Ακόμα και αν δεν είναι έτσι. Αν δεν υπάρχει αυτή η πραγματική έκταση διαφθοράς των ανθρώπων με τα “λευκά κολάρα” η εικόνα του Μαξίμου και της ΝΔ έχει πληγεί. Το πάρτι των καρτέλ, η εμπέδωση της ολιγαρχίας, η λατρεία των ιδιωτικοποιήσεων, η απουσία ενσυναίσθησης για τα λαϊκά προβλήματα, η απόλυτη υποταγή στα ξένα συμφέροντα ενισχύουν την καχυποψία. Το σημαντικό μειοψηφικό κομμάτι της κοινωνίας που δίνει την υπεροχή της ΝΔ στις δημοσκοπήσεις περικλείει εκείνα τα στρώματα που ευνοούνται από τις ασκούμενες οικονομικές πολιτικές ή διατηρούν προνόμια και προσδοκίες ανέλιξης. Φυσικά υπάρχουν και όσοι έχουν Δεξιές και κεντροδεξιές αντιλήψεις που συγκροτούν την πολιτική βάση της Συντηρητικής παράταξης. Σε κάθε περίπτωση επανέρχομαι στην άποψη που δημόσια έχω υποστηρίξει. Το 70% που βρίσκεται απέναντι στην ΝΔ έχει πλήρη αντιπαλότητα με τον Μητσοτακισμό. Μεγάλα κομμάτια της κοινωνίας βιώνουν αυτό που ο Μαρσέλ Γκωσέ έχει ορίσει ως “κοινωνικό ρήγμα” και αποτυπώνει τις κοινωνικές ανισότητες και τους μη προνομιούχους. Το πρόβλημα βρίσκεται στο αν η προοδευτική αντιπολίτευση δεν μπορέσει να διαμορφώσει πραγματικούς συσχετισμούς πολιτικής αλλαγής δίνοντας έμφαση στον “μικρό τελικό” για την 2η θέση στις εκλογές. Η εικόνα αυτή θα δυναμώσει την αποχή, την απογοήτευση, τις επιλογές των άκρων και της τυφλής διαμαρτυρίας. Με ό,τι αυτό συνεπάγεται για το μέλλον των πολιτικών εξελίξεων. 

Θα περιοριστεί λοιπόν η Κεντροαριστερά και η Αριστερά να δίνουν την μάχη για τον “μικρό τελικό” της δεύτερης θέσης στις εκλογές με δεδομένο τον πρώτο ή θα οργανώσουν ένα σοβαρό σχέδιο πολιτικής ανατροπής; Θα αναζητούν αυτά που τους χωρίζουν ή αυτά που τους ενώνουν; Το ΠΑΣΟΚ/ΚΙΝΑΛ θα μεταφράζει την γραμμή για αυτόνομη πορεία σε απομονωτισμό τύπου ΚΚΕ ή θα γίνει μεγάλη Δημοκρατική παράταξη με ανοίγματα και συμμαχίες; Ο ΣΥΡΙΖΑ και η ΝΕΑ ΑΡΙΣΤΕΡΑ θα συζητούν αενάως για το παρελθόν ή για το μέλλον; Οι πρώην υπουργοί του ΣΥΡΙΖΑ θα μαλλιοτραβιούνται στα κανάλια με αφορμή το βιβλίο του Τσίπρα ή θα καταλάβουν ότι γίνονται ρεζίλι; Ο Τσίπρας θα είναι συμπεριληπτικός ή θα προσθέσει ένα ακόμα κομμάτι του πάζλ στον κατακερματισμό; Τα στελέχη, τα μέλη και οι φίλοι των κομμάτων θα λύνουν τις διαφορές τους για ζητήματα πριν 10 χρόνια ή θα ασχοληθούν τι θα κάνει η χώρα τα επόμενα δύσκολα 10 χρόνια; Και τέλος δεν έχουν βαρεθεί πολλοί και πολλές να είναι σίγουροι ότι τις ευθύνες για τα χάλια της Κεντροαριστεράς έχουν οι “άλλοι” -οι “διπλανοί”- και να μην κοιτούν την δική τους καμπούρα; Η πρόσφατη εκδήλωση στο Σεράφειο με την κοινή παρουσία της ηγεσίας της Δημοκρατικής αντιπολίτευσης ήταν μία καλή στιγμή στην καταχνιά. Δεν φτάνει!

Πρόχειρες απαντήσεις και μεγάλες βεβαιότητες για “την αποψάρα τους” έχουν πολλοί. Σοβαρές σκέψεις με αναστοχασμό έχουν πιο λίγοι. Και οι μεν και οι δε οφείλουν να σκέφτονται το αύριο. Η ΝΔ είναι στο τιμόνι της χώρας. Γύρω μας η διαφθορά, οι ιδιωτικοποιήσεις, οι ανισότητες, η προστασία των προνομιούχων κάνουν πάρτι. Τα χρήματα από το Ταμείο Ανάκαμψης, το ΕΣΠΑ, την στήριξη για την πανδημία τελειώνουν. Επανέρχεται η σκληρή δημοσιονομική πειθαρχία και η παράταση μίας πιο σκληρής λιτότητας. Τα δύσκολα είναι μπροστά. Και η Δεξιά έχει δύναμη και ισχυρό ρόλο.

3. ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΕΝΤΡΟΑΡΙΣΤΕΡΑ ΚΑΙ ΤΟ ΠΑΣΟΚ/ΚΙΝΑΛ

Η πολιτική ζωή της χώρας μπορεί να θυμίζει σε λίγο καιρό το 2012. Κομματικός κατακερματισμός από την μία και ισχυρή αμφισβήτηση του πολιτικού συστήματος από την άλλη. Ακόμα και η ΝΔ του 41% υποχωρεί συνεχώς μέσα σε σκάνδαλα και αντικοινωνικές πολιτικές. Η αίσθηση απουσίας εναλλακτικής λύσης στο άθροισμα Δεξιάς και ακροδεξιάς τρομάζει. Ενώ την ίδια ώρα η «εκλογική απεργία» των πολιτών και οι επιλογές ψήφου διαμαρτυρίας είτε προς τα αριστερά είτε προς τα δεξιά ενισχύονται. Η ευρύτερη Κεντροαριστερά εμφανίζεται αμήχανη. Ας κάνουμε ορισμένες βασικές παραδοχές, κάτι ως προαπαιτούμενα, ώστε να βγάλουμε άκρη.

Παραδοχή πρώτη. Οι δυνάμεις της Κεντροαριστεράς δεν αξιοποίησαν την σοβαρή πτωτική τάση της ΝΔ και την κοινωνική αμφισβήτηση στις ασκούμενες πολιτικές. Η αποχή και η ψήφος διαμαρτυρίας έχουν αυξημένες καταγραφές πολιτικής δυσφορίας. Επομένως η όποια ωραιοποίηση της εικόνας δεν αποτελεί βάση συζήτησης.

Παραδοχή δεύτερη. Η ανάγκη συνεννόησης των δυνάμεων της Κεντροαριστεράς δεν πρέπει να αποπνέει μικρομέγαλο ηγεμονισμό. Κάτι τέτοιο θα οδηγήσει σε μάχες χαρακωμάτων. Η συμπαράταξη των προοδευτικών δυνάμεων έχει πολλαπλασιαστικά αποτελέσματα και δίνει ελπίδα στον κόσμο. Οι πολίτες αμφιβάλω πια αν ακούνε προγράμματα. Έχουν δυσπιστία για όλα. Νομίζω ότι θέλουν πράξεις, δράσεις, σοβαρές πρωτοβουλίες.   

Ας μιλήσω τώρα για τον χώρο μου. Το ΠΑΣΟΚ χρειάζεται μία σοβαρή συζήτηση  για το πως βρέθηκε στα πολύ χαμηλά ποσοστά για να αρχίσει να ανεβαίνει στα μεσαία επίπεδα πολιτικής επιρροής. Η απώλεια των λαϊκών τάξεων και των υπό πίεση μεσαίων στρωμάτων αποτελεί θεμελιώδες ζήτημα. Πρόκειται για τον επαναπροσδιορισμό της ταυτότητας και των κοινωνικών αναφορών του χώρου. Μία αντίληψη περί «Κέντρου» οδήγησε στην απονεύρωση των κοινωνικών χαρακτηριστικών της Σοσιαλδημοκρατίας. Και στην Ελλάδα και στην Ευρώπη. Μετά την κατάρρευση του Σοβιετικού μοντέλου και την αποτυχία της αναθεωρητικής προσπάθειας για την ανανέωση του Κομμουνισμού, ο Καπιταλισμός εμφανίστηκε παντοδύναμος. Χωρίς αντίπαλο δέος. Καταγράφηκε μάλιστα και ως το «Τέλος της ιστορίας». Ανεξάρτητα αν ο εκπρόσωπος αυτής της διατύπωσης Φ. Φουκουγιάμα παραδέχτηκε στην συνέχεια ότι είχε κάνει λάθος εκτίμηση. Ο περίφημος «Τρίτος δρόμος» των Μπλέρ- Σρέντερ κυριάρχησε στο Σοσιαλιστικό στρατόπεδο. Ένας ακόμα εμπνευστής του -ο Α.Γκίντενς- μετά από χρόνια προστέθηκε επίσης στους διανοουμένους που παραδέχτηκαν ότι είχαν λάθος σκέψεις. Η ζημιά όμως είχε γίνει. Η ανοχή στον νεοφιλελευθερισμό, η απουσία ριζοσπαστικής κοινωνικής κριτικής, το ρήγμα με τις λαϊκές τάξεις οδήγησαν στην αλλοίωση των ιδρυτικών αρχών της Σοσιαλδημοκρατίας. Πολλά στελέχη των Σοσιαλιστών και στην Ευρώπη και στην Ελλάδα είχαν πια προσχωρήσει στην νεοφιλελεύθερη δοξασία της ΤΙΝΑ (δεν υπάρχει εναλλακτική λύση).

Το ΠΑΣΟΚ του Α. Παπανδρέου μάλιστα βαφτίστηκε λαϊκιστικό και ουσιαστικά επιχειρήθηκε να αποδυναμωθεί η ιστορία του. Η έννοια του «σύγχρονου» πολιτικού ταυτίστηκε με τον «χυλό» και τα βαθιά χασμουρητά. Ο στόχος να μην υπάρχει εναλλακτικό αφήγημα έφτασε στην παραίτηση από κάθε συζήτηση για την αλλαγή του οικονομικού παραδείγματος.

Το ΠΑΣΟΚ όμως άντεξε. Μετά την αποκαθήλωση του με τις προσπάθειες της Φ. Γεννηματά με ευρύτερα σχήματα (Δημοκρατική Συμπαράταξη, Κίνημα Αλλαγής) συσπείρωσε και άλλες δυνάμεις και στην συνέχεια με τον Ν. Ανδρουλάκη σταθεροποιήθηκε σε καλύτερες θέσεις.

Το ΠΑΣΟΚ/ ΚΙΝΑΛ όμως για να ξαναγίνει πλειοψηφικό κόμμα στην χώρα πρέπει να κερδίσει το συναίσθημα των λαϊκών στρωμάτων και να οικοδομήσει κοινωνικές και πολιτικές συμμαχίες με στόχο την προοδευτική πλειοψηφία ΑΛΛΑΓΗΣ. Στο πεδίο αυτό η στρατηγική του είναι Ο ΕΝΑΛΛΑΚΤΙΚΟΣ ΠΟΛΟΣ ΕΞΟΥΣΙΑΣ και η τακτική του η ΕΝΙΣΧΥΣΗ του ΑΥΤΟΝΟΜΟΥ ΡΟΛΟΥ του. Η γραμμή της αυτόνομης πορείας δεν σημαίνει απομονωτισμό και απουσία συμμαχιών.

4. ΤΙ ΝΑ ΚΑΝΟΥΜΕ (για να θυμηθούμε τον Λένιν)

Η συζήτηση για τις συνεργασίες δεν μπορεί να έχει προκαταβολικά δόγματα. Άλλωστε «το καλύτερο είναι εχθρός του καλού» όπως λένε οι Κινέζοι, αν δεν κάνω λάθος.

Επομένως ας μην μείνουμε στα πολύ δύσκολα που προκαλούν σπαζοκεφαλιές και πονοκέφαλο. Λογικό κάθε πολιτικό σχήμα να έχει την γραμμή της αυτόνομης πορείας. Λογικό το ΠΑΣΟΚ/ ΚΙΝΑΛ να επιδιώκει αλλαγή συσχετισμών με κεντρικό ρόλο για την δική του πολιτική του κατεύθυνση. Έτσι ώστε το πρόγραμμα του -ένα Σοσιαλδημοκρατικό πρόγραμμα- να είναι στο επίκεντρο των πολιτικών εξελίξεων. Κάθε κόμμα επιθυμεί να θέλει ισχυροποίηση του ρόλου του. Πολύ περισσότερο το ΠΑΣΟΚ που αδικήθηκε για την περίοδο διακυβέρνησης του Γιώργου Παπανδρέου.

Υπάρχει λοιπόν το αιώνιο δίλημμα για συνεργασίες από τα πάνω ή από τα κάτω. Μερικές φορές ακούγεται ως προσχηματικό. Άλλες φορές είναι πραγματικό. Με την έννοια ότι οι συμπορεύσεις «από τα κάτω» διαθέτουν πιο ισχυρές κοινωνικές συμμαχίες και υποστήριξη.

Έχουμε παραδείγματα «από τα πάνω»; Έχουμε! Θυμίζω την συνεργασία ΚΚΕ με ΕΑΡ με την δημιουργία του Συνασπισμού την εποχή Γκορμπατσόφ. Την κυβέρνηση ΝΔ-ΠΑΣΟΚ-ΔΗΜΑΡ με αφορμή τον κίνδυνο χρεοκοπίας. Την συμπαράταξη ΠΑΣΟΚ- ΔΗΜΑΡ στην συνέχεια μετά το ΝΑΙ στο δημοψήφισμα. Έχουμε και άλλα… Έχουμε όμως και παραδείγματα «από τα κάτω». Πριν το 1980 λειτουργούσε η συμπόρευση του ΠΑΣΟΚ με ΚΚΕ και ΚΚΕ ΕΣ για την ανατροπή της Δεξιάς. Μέσα στα κινήματα, στα συνδικάτα, στην αυτοδιοίκηση. Κάποια βήματα γίνονται και τώρα από ΠΑΣΟΚ, ΣΥΡΙΖΑ, ΝΕΑ ΑΡΙΣΤΕΡΑ και μικρότερες κινήσεις του χώρου, στα συλλαλητήρια για τα Τέμπη, για την Παλαιστίνη, στην ΚΕΔΕ πρόσφατα καθώς και στην εκδήλωση για το περιβάλλον.

Επομένως ας ψάξουμε τις δυνατότητες για «κοινούς τόπους». Στις κοινωνικές διεργασίες και στην Βουλή. Αν γίνεται, με κοινά σχέδια πριν τις εκλογές. Αν όχι, μετά τις εκλογές με πρωτοβουλίες διαλόγου από τώρα. Για την προοπτική της Προοδευτικής διακυβέρνησης. Για την πολιτική και προγραμματική διαβούλευση. Όλες αυτές τις δυνατότητες ας τις δούμε με 3 προϋποθέσεις:

* Να μην δίνονται λαβές για σκληρή κομματική σύγκρουση ανάμεσα στα κόμματα μας. Ένα είδος «μπουγαδοκαυγά».

* Να δίνουμε βάρος σε όσα μάς ενώνουν και όχι σε όσα μάς χωρίζουν. Με άλλα λόγια, να μην διευκολύνουμε το «διαίρει και βασίλευε» του Μητσοτάκη. Ορισμένες μάλιστα διαφορές μεταξύ μας μπορεί να τέμνουν και τις ίδιες τις συζητήσεις μέσα στα ιδία τα κόμματα. Ας φέρω -ως πρόχειρα παραδείγματα- τα εθνικά θέματα, ζητήματα εξωτερικής πολιτικής, περιβαλλοντικές αναζητήσεις.

* Να μην έχουμε αυταπάτες για τον Μεσσιανισμό και τα αρχηγικά μοντέλα. Πρόκειται για προσδοκίες που επιμένουν σε πρόσωπα- σωτήρες και όχι σε πολιτικές. Τα πρόσωπα έχουν σημαντική αξία αλλά δεν συγκροτούν πολιτικά προτάγματα.

Η πολιτική κατάσταση περικλείει πολλούς κινδύνους. Ένας από αυτούς -με βάση την Ευρωπαϊκή εμπειρία- είναι να γίνει τελικά ρυθμιστής των εξελίξεων η ακροδεξιά. Ένας άλλος να υπάρξουν τύφλες εκρήξεις που ευνοούν εξ αντικείμενου τα συντηρητικά σχέδια. Υπάρχουν όμως και δυνατότητες. Με αφορμή την κοινωνική πόλωση μπορούν να τεθούν δυνατά στο επίκεντρο μεγάλα ζητήματα που συγκροτούν την προοδευτική ταυτότητα. Οι ανισότητες, τα δικαιώματα, το κοινωνικό κράτος, η Ανοιχτή κοινωνία, οι διαρθρωτικές αλλαγές, η αξία του Σοσιαλισμού. Ας εργαστούμε για το δεύτερο σενάριο!