Οι άνθρωποι καλύτεροι από τα «συστήματα». Του ΓΙΑΝΝΗ ΒΟΥΛΓΑΡΗ

Σε έκτακτες περιόδους αναδύονται έκτακτες ή άγνωστες ποιότητες. Είναι ένα συλλογικό βίωμα της υγειονομικής κρίσης που πρέπει να κρατήσουμε και πάνω του να χτίσουμε. Οι γιατροί, οι νοσηλεύτριες, οι νοσηλευτές, το νοσοκομειακό προσωπικό, αποδείχτηκαν καλύτεροι από το σύστημα υγείας. Οι δάσκαλοι, οι καθηγητές, και εμμέσως οι γονείς, αποδείχτηκαν καλύτεροι από το εκπαιδευτικό σύστημα κρατώντας όρθια τα σχολεία με όλες τις δυσκολίες. Μιλώ για τον δημόσιο τομέα όπου η συνδικαλιστική ισχύς και τα «κεκτημένα» θα μπορούσαν να βραχυκυκλώσουν την κατάσταση. Αντιθέτως, στον ιδιωτικό τομέα, οι εργάτες, οι πωλήτριες των σουπερμάρκετ, οι ντελιβεράδες, λίγες εναλλακτικές δυνατότητες είχαν, όπως από παλιά άλλωστε ξέρουν οι προλετάριοι. Η συμβολή τους όμως καταγράφεται επίσης στο συλλογικό βίωμα. Η σωματική υλικότητα της εργασίας τους έδινε ζωή στη νεκρωμένη κοινωνία της καραντίνας.

Χρειάζεται να κρατήσουμε αυτόν το απολογισμό. Από τη μια, δείχνει πόσο αλλάζει το τοπίο σε ό,τι αφορά τη σχέση κοινωνίας – συνδικαλισμού – πολιτικής. Από την άλλη, πιστοποιεί τη μεταβολή της κοινωνικής ψυχολογίας, γεγονός που δημιουργεί ένα «αόρατο» δυναμικό μεταρρύθμισης, αν η Πολιτική μπορέσει να το αξιοποιήσει.

Πράγματι, με την έναρξη της δραματικής κρίσης το 2009-10, αποδιαρθρώθηκε γρήγορα και ο πολιτικοκοινωνικός-συντεχνιακός συνασπισμός που είχε παγιωθεί στην ύστερη Μεταπολιτευτική Ελλάδα. Ήταν γέννημα και στη συνέχεια διαμορφωτής ενός μοντέλου ανάπτυξης που κατέληξε να βασίζεται στην ιδιωτική κατανάλωση, στον τουρισμό και τους τομείς των μη εμπορεύσιμων στη διεθνή αγορά αγαθών. Ένα μοντέλο που έρεπε στην παραγωγική εσωστρέφεια και την υπερχρέωση του Κράτους. Η δομή των κοινωνικών συμφερόντων και η συνδικαλιστική αντιπροσώπευση που ευνοήθηκε από αυτό ήταν εκείνη του Δημοσίου, των ισχυρών ΔΕΚΟ, των Τραπεζών και των «ευγενών» ελεύθερων επαγγελμάτων. Όλες οι παρατάξεις, Αριστερά, Κέντρο, Δεξιά διαπλέχτηκαν με αυτό το μπλοκ, συνεργώντας σε μια παθογενή σχέση κράτους-κοινωνίας. Το Κράτος έχανε βαθμιαία την ισχύ του έναντι των διάσπαρτων ή συγκεντρωμένων συντεχνιακών συμφερόντων. Τα κόμματα γίνονταν εξαρτήματά του από τον φόβο του πολιτικού κόστους και της συντεχνιακής ισχύος. Ο λαϊκιστικός λόγος προσέφερε την ιδεολογική νομιμοποίηση στο όνομα του εκδημοκρατισμού, αλλά όλο και περισσότερο στην πραγματικότητα του «παρασιτικού καταναλωτισμού». Καθιερώθηκε έτσι μια συνέργεια πολιτικού συστήματος και οργανωμένων συμφερόντων που αποδείχτηκε φαύλος κύκλος με κατάληξη τη χρεοκοπία. Το Κράτος έδινε δανειζόμενο, τα συντεχνιακά συμφέροντα εισέπραταν όλα από κάτι, και έτσι δεν αναπτύχθηκαν αντικρουόμενες σχέσεις μεταξύ τους. Αυτή η σύγκλιση συμφερόντων εμφιλοχωρούσε και στην ατομική συμπεριφορά. Τα κριτήρια συμπεριφοράς του Πολίτη που θεωρητικά είναι ευρύτερα, συνέπιπταν με του Ιδιώτη που θεωρητικά είναι στενότερα. Όλα τα πιο πάνω θα μπορούσαν να συνοψιστούν στο ότι η Μεταπολιτευτική Ελλάδα σταθεροποίησε τη Δημοκρατία, αλλά δεν έλυσε επιτυχώς τη σχέση Δημοκρατίας και Ανάπτυξης. Η μεταπολιτευτική Δημοκρατία δεν βρήκε τον τρόπο να αναγάγει σε μακροπρόθεσμο γενικό συμφέρον την καθιέρωση ενός παραγωγικού και δημοσιονομικά βιώσιμου αναπτυξιακού μοντέλου.

Σήμερα ζούμε μέσα στα χαλάσματα αυτού του πολιτικοκοινωνικού- συντεχνιακού συνασπισμού. Αρκεί να δούμε τη διάλυση ή την αποδυνάμωση των οργανωμένων κοινωνικών συμφερόντων και των επαγγελματικών ομάδων που τότε πρωταγωνιστούσαν. Και ακόμα περισσότερο την περιθωριοποίηση ή την εξαφάνιση της συνδικαλιστικής αντιπροσώπευσής τους. Η αποδόμηση δεν είναι ισομερής, εξελίχτηκε σε βάρος του ιδιωτικού τομέα στον οποίο έτσι και αλλιώς ο συνδικαλισμός ήταν ισχνός. Σε κάθε περίπτωση, τώρα επικρατεί ο κοινωνικός κατακερματισμός, χωρίς να διαφαίνεται προς το παρόν μια κοινωνική συμμαχία που να συντάσσεται ενόψει του αναζητούμενου νέου μοντέλου ανάπτυξης. Αυτές οι κατακερματισμένες κοινωνικές και συντεχνιακές «μερικότητες» κινούνται στο οικονομικό περιβάλλον της κρίσης. Επομένως, ο φανερός ή λανθάνων ανταγωνισμός τους για την απόσπαση μεριδίου από τους περιορισμένους δημόσιους πόρους είναι εξ αντικειμένου οξύτερος. Ταυτόχρονα, η κοινή γνώμη έχει γίνει πιο εχθρική σε ό,τι θεωρεί στενή συντεχνιακή συμπεριφορά. Γιατί η «αλληλεγγύη των συντεχνιών» στη βάση τού όλοι κάτι θα πάρουμε, δεν είναι δεδομένη σε μια κοινωνία που αγωνίζεται να συνέλθει, που έχει περιορίσει τις προσδοκίες της, που συχνά γίνεται κυνική λόγω της έντασης που ζει εδώ και δέκα χρόνια.

Δεν είναι όμως μονοδιάστατη ούτε απλώς αμυντική η διάθεση της κοινής γνώμης. Γιατί τα τελευταία χρόνια, ας πούμε από το 2016-17 όταν απομυθοποιήθηκε το «αντιμνημόνιο», αρχίζει να αλλάζει η κοινωνική ψυχολογία. Η οργή και η αγανάκτηση μεταβάλλεται βαθμιαία σε περισυλλογή και αναστοχασμό. Στο πολιτικό επίπεδο τα γεγονότα μιλούν από μόνα τους. Η ΧΑ εκμηδενίστηκε στις κάλπες και τιμωρήθηκε στο Δικαστήριο. Ο Καμένος και οι ΑΝΕΛ του είχαν ήδη εξατμιστεί. Ο ΣΥΡΙΖΑ έχασε στις εκλογές και τώρα αναρωτιέται αν θα συμπεριφερθεί ως κόμμα εξουσίας ή αν θα παλιμπαιδίσει ως νεοαγανακτισμένος. Ο μπαχαλικός μηδενισμός σε άμυνα και υποχώρηση, ενεργοποιεί πάλι τον κουκουλοφόρο «εισοδισμό» στις γραμμές των «ανεκτικών» πολιτικών χώρων. Πέρα όμως από το πολιτικό επίπεδο, αλλάζει και η κοινωνική ατμόσφαιρα. Ενισχύονται πιο γόνιμες και ώριμες αντιλήψεις που περιλαμβάνουν και τη σχέση κοινωνίας – συνδικαλισμού – πολιτικής. Στην ουσία αποδοκιμάζουν τη συντεχνιακή ιδιοποίηση των θεσμών της διοίκησης, της εκπαίδευσης, της υγείας, κ.ά. Συναισθάνονται ότι αυτοί οι  θεσμοί πρέπει να εξυπηρετούν καταρχάς τους χρήστες και τους πολίτες, ιδίως τώρα που τα εισοδήματα των πολλών έχουν τσακιστεί. Αυτή η ρητή ή άρρητη κοινωνική διεκδίκηση έρχεται να ενισχυθεί από τη συνειδητοποίηση ότι στην διάρκεια της κρίσης όπως είπαμε, οι άνθρωποι αποδείχτηκαν καλύτεροι από τα «συστήματα». Αν κάτι προσωποποίησε ο Σωτήρης Τσιόδρας ήταν αυτό. Ότι μέσα σε θεσμούς που τους θεωρούσαμε προβληματικούς, ακραία κομματικοποιημένους και πελατειακούς, υποταγμένους στα στενά συμφέροντα και τις βολές των εκεί εργαζομένων, υπάρχουν επιστημονικές και ηθικές ποιότητες που μπορούν να τους αναζωογονήσουν και να τους θέσουν στην υπηρεσία της κοινωνίας. Τέτοιες δυνάμεις υπάρχουν και στα σχολεία, στα πανεπιστήμια, στη διοίκηση, στις ένοπλές δυννάμεις και την αστυνομία.

Μπορεί η Πολιτική να επικοινωνήσει και να αξιοποιήσει αυτό το ηθικό-κοινωνικό δυναμικό που υπάρχει εκεί σχεδόν εγκλωβισμένο; Όχι κάθε Πολιτική, ούτε κάθε πολιτικός. Μόνο μια ισχυρή Πολιτική που θα κρατά σταθερά το πηδάλιο και θα δείχνει «από τα πάνω» την κατεύθυνση των αναγκαίων δομικών αλλαγών. Μόνο μια Πολιτική που θα είναι διατεθειμένη να κάνει μια «βουτιά μέσα στην κοινωνία» για να συνομιλήσει με τους πρωταγωνιστές της καθημερινότητας, χωρίς να αρκείται μόνο στους τελετουργικούς «κοινωνικούς διαλόγους» με πεπαλαιωμένες συνδικαλιστικές αντιπροσωπίες. Μόνο μια Πολιτική που ξεπερνά την παραμορφωτική μεσολάβηση των μίντια τα οποία αρέσκονται σε τυποποιημένες κομματικο-συνδικαλιστικές «διαλογικές ξιφομαχίες».

Στην πραγματικότητα, μια τέτοια Πολιτική θα συναντηθεί με μια βαθύτερη και αναδυόμενη ανάγκη της κοινωνίας των πολιτών και των εργαζομένων να βρουν μια νέα αντιπροσώπευση που δεν θα αναπαράγει τις καθιερωμένες παθογένειες και ρουτίνες. Ο δυτικός Κόσμος και η Ελλάδα ανάμεσά του, έζησε τα τελευταία χρόνια την επίθεση των Λαϊκισμών. Μπορεί να υποχωρούν γιατί στάθηκαν ανίκανοι να κυβερνήσουν αποτελεσματικά, αλλά αυτό δεν πρέπει να εξασθενήσει το μήνυμα που περιείχε η ανάδυσή τους. Οι πολίτες αναζητούν την ανανέωση της πολιτικής, κοινωνικής και συνδικαλιστικής αντιπροσώπευσής τους. Αναζητούν μια νέα εκπροσώπηση του εαυτού τους.

Δημοσίευση από “ΤΑ ΝΕΑ”