Η ΟΜΙΛΙΑ ΤΟΥ ΘΟΔΩΡΟΥ ΜΑΡΓΑΡΙΤΗ ΣΤΗΝ ΕΚΔΗΛΩΣΗ ΤΗΣ ΑΝΑΝΕΩΤΙΚΗΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑΣ

Είναι αλήθεια πως ενώ το σοσιαλδημοκρατικό παράδειγμα κοινωνικής και πολιτικής οργάνωσης εξακολουθεί να έχει κύρος σε σχέση με τα φιλελεύθερα και νεοφιλελεύθερα παραδείγματα αλλά και σε σχέση με την αποτυχία του λεγομένου «υπαρκτού σοσιαλισμού» μια αίσθηση υποχώρησης και αγωνίας κυριαρχεί σε όλη την Κεντροαριστερά.

Η ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία αντιμετωπίζει προβλήματα προσανατολισμού. Η άνοδος των άκρων, βασικά ο ακροδεξιός λαϊκισμός, αποτελούν  έναν εξαιρετικά επικίνδυνο αντίπαλο. Η αποτύπωση της πολιτικής γεωγραφίας στην Ευρώπη και σε όλο τον κόσμο είναι προβληματική  για τις προοδευτικές δυνάμεις. Με θετικές εξαιρέσεις  (Ισπανία, Πορτογαλία, Δανία, Φινλανδία)  η τάση είναι ολοένα και πιο ισχυρή προς στις πιο συντηρητικές κατευθύνσεις. Ο σοσιαλισμός έχασε την αρχική γοητεία του γιατί το περιεχόμενο της κοινωνικής θεωρίας ήταν ριζωμένο στις συνθήκες του 19ου αιώνα και της Βιομηχανικής επανάστασης. Δεν ενσωμάτωσε την μεταβολή των κοινωνικών συνθηκών μέσω των τεχνολογικών καινοτομιών, της αλλαγής των ίδιων των κοινωνικών υποκειμένων. Φυσικά το επίτευγμα του κοινωνικού κράτους, οι μεγάλοι κοινωνικοί συμβιβασμοί, η κουλτούρα των συναινέσεων, η γραμμή της Ανοιχτής Κοινωνίας, η επιμονή για τα Κοινωνικά και πολιτικά δικαιώματα συνιστούν τις σοβαρές κατακτήσεις της σοσιαλδημοκρατικής προσπάθειας και εξασφάλισαν το κύρος της Κεντροαριστεράς. Στην επόμενη φάση η προσπάθεια αναπροσαρμογής οδήγησε όμως  στο άλλο άκρο. Το περίφημο ρεύμα του «Τρίτου δρόμου» με πιο χαρακτηριστικές εκδοχές τον Μπλερ και την συγκατοίκηση SPD και CDU στην Γερμάνια ταύτισαν το σοσιαλδημοκρατικό σχέδιο με την ηγεμονία του νεοφιλελευθερισμού. Η Μπλερική εκδοχή της απόλυτης ταύτισης με τις φιλελεύθερες και νέο-φιλελεύθερες πολιτικές, αλλοίωσε τα βασικά μηνύματα του προοδευτικού χώρου. Κυρίως απαξίωσε τις μεταρρυθμιστικές κατευθύνσεις  αφού μονοδιάστατα εγκλωβίστηκαν στις αποκλειστικές προτεραιότητες της αγοράς. Έδωσε έτσι  χώρο στην αμφισβήτηση της κρατούσας κατάστασης και των ελίτ  στις  δυνάμεις με λαϊκίστικο πρόσημο.

Ας δούμε ακόμα πιο συγκεκριμένα την μεγάλη εικόνα. Η παγκοσμιοποίηση την ώρα που δημιουργεί τεράστιες ευκαιρίες με την νέα τεχνολογική επανάσταση και το παγκόσμιο εμπόριο, οδηγεί ταυτόχρονα στην αύξηση των ανισοτήτων, στην συγκέντρωση του διεθνούς πλούτου σε λίγα χέρια, στην επικράτηση του δίκαιου του ισχυρού έναντι του διεθνούς συστήματος θεσμών και κανόνων.

Το αναγκαίο Κοινωνικό Συμβόλαιο για την διασφάλιση της Κοινωνικής Συνοχής ναρκοθετείται.

Οι ανισότητες που αυξάνουν ,  η υπερσυγκέντρωση του πλούτου στα χέρια των λίγων μαζί με τις εντεινόμενες περιφερειακές συγκρούσεις, οδηγούν σε απρόβλεπτη αύξηση των μεταναστευτικών και προσφυγικών ροών.

Η κλιματική αλλαγή απειλεί την ζωή των πολιτών, οδηγεί σε καταστροφικά φαινόμενα για το περιβάλλον.

Οι τεχνολογικές εξελίξεις, η τεχνητή νοημοσύνη, η ρομποτική αλλάζουν ριζικά το τοπίο της εργασίας, της παραγωγής, των υπηρεσιών και δημιουργούν σοβαρά προβλήματα για την προσωπική και κοινωνική ζωή των πολιτών, αλλά και για την λειτουργία της δημοκρατίας. Η βιό-πολιτική -για να θυμηθούμε τον Τζόρτζιο Αγκάμπεν- δηλαδη ο  τρόπος με τον οποίο επιχειρειται  να γινουν περεμβασεις και σχεδιασμος της ζωης των ανθρωπων: υγεία, υγιεινή, γεννητικότητα, μακροζωία, φυλές, ιδιαιτεροτητες διαμορφώνουν τρομακτικά προβλήματα στην ύπαρξη μας. Επεμβαίνουν  στον ιδιωτικό χώρο. Παρακολουθούν  τις προσωπικές επιλογές.

Τι πρέπει να κάνουμε;

Υπάρχει ο δρόμος της συντήρησης που εκμεταλλεύεται  το φόβο της μετάβασης: Η διάρρηξη της κοινωνικής συνοχής, η ανασφάλεια προ των επερχόμενων αλλαγών, η αίσθηση ότι χάνουμε τον έλεγχο της ζωής μας, αποτελούν «εύφορο» έδαφος για την καλλιέργεια του φόβου, του λαϊκισμού, της δημαγωγίας.

Μας προτείνουν να ρίξουμε την ευθύνη στους «άλλους», στους «ξένους» ή τους «διαφορετικούς», να βρούμε δήθεν καταφύγιο στην απομόνωση, τον υπερεθνικισμό, τον φονταμενταλισμό.

«Λύσεις», απατηλές που αναζητούν τους δήθεν μεσσίες, τους δήθεν ισχυρούς ηγέτες, και οδηγούν στον αυταρχισμό, τον ρατσισμό, στην επάνοδο φασιστικών αντιλήψεων στις κοινωνίες μας.

Επικίνδυνες λογικές και βαθιά συντηρητικές, που διχάζουν τους λαούς, εργαλειοποιούν προβλήματα-όπως το προσφυγικό- για πολιτικό όφελος, υπονομεύουν  την διεθνή ειρήνη, το διεθνές δίκαιο.

Ο δικός μας ο προοδευτικός δρόμος βασίζεται σε αρχές: Στην δικαιοσύνη, στην υπεράσπιση της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, στην Δημοκρατία. Σήμερα με τα διδάγματα της ιστορίας είναι ανάγκη να αποκαταστήσουμε την  έννοια της μετριοπάθειας. Που δεν σημαίνει κάτι το κατατονικό και το μαλθακό, αλλά μια εναλλακτική  πηγή δύναμης. Το αντίθετο της βίας, όχι το αντίθετο της ισχύος. Δηλαδή η μετριοπάθεια είναι η αμφισβήτηση της επενέργειας του μίσους, της ταύτισης της πολιτικής με όρους θρησκείας και κοινοτικού ζήλου. Όποιος  λοιπόν σήμερα θέλει να λέγεται προοδευτικός πρέπει να γυρίσει την πλάτη σε όλους αυτούς που πουλάνε διχασμό. Γιατί προοδευτικό σήμερα είναι, να κρατήσουμε όλοι μαζί την  Ευρώπη και την Ελλάδα  όρθια με ανάπτυξη και κοινωνική προστασία.

Για μας τους προοδευτικούς, πρωτεύον είναι να κάνουμε καλύτερο τον κόσμο με βάση τις αξίες μας. Αναδεικνύοντας παράλληλα τις ιδεολογικές διαφορές μας από την συντηρητική αντίληψη του κόσμου.

Αξίες όπως η Ελευθερία, η Δικαιοσύνη, η Αλληλεγγύη.

Αξίες αλληλένδετες που καθορίζουν την ιδεολογική μας ταυτότητα.

Γιατί οι ατομικές ελευθερίες, επιβάλλεται να συνδέονται  με την δικαιοσύνη και αλληλεγγύη. Και αυτές προϋποθέτουν την ελευθερία.

Με συνέπεια προωθούμε σε παγκόσμιο επίπεδο, όλα τα ανθρώπινα και Κοινωνικά Δικαιώματα.

-Την ισότητα των φύλων, τα δικαιώματα όλων ανεξάρτητα από θρησκεία, εθνική προέλευση, σεξουαλικό προσανατολισμό.

-Το δικαίωμα ΟΛΩΝ στην αξιοπρεπή εργασία, την υγεία, την μόρφωση.

-Το δικαίωμα σε ένα καθαρό περιβάλλον.

Η μετάλλαξη του οικονομικού  φιλελευθερισμού στη νεοφιλελεύθερη εκδοχή κρύβει μια κρίσιμη στρατηγική  επιλογή. Την αγριότητα του κεφαλαίου να αντιμετωπίσει την κρίση με την υπονόμευση του κοινωνικού συμβιβασμού που πέτυχε η σοσιαλδημοκρατία. Με απλά λογία: ακύρωση του κοινωνικού κράτους. Το «μάρμαρο» να το πληρώσει ο κόσμος της εργασίας!!! Οι μεταρρυθμίσεις δεν αφορούν τον έλεγχο των αγορών και των τράπεζων (ας θυμηθούμε για παράδειγμα  την πρόταση για τον φόρο Τόμπιν) αλλά  περισσότερο τον περιορισμό των εργασιακών δικαιωμάτων. Η λύση πρέπει να συνίσταται στην εκ βάθρων αμφισβήτηση της αλλαγής του παραδείγματος  που συντελέστηκε στις αρχές της δεκαετίας του 80. Τότε η σωτήρια υπόσχεση ήταν ότι οι αγορές και οι κοινωνίες με επίκεντρο το ατομικό  οικονομικό όφελος θα δημιουργήσουν ένα καλύτερο μέλλον. Δεν επιβεβαιωθήκαν. Στο μεγαλύτερο μέρος τα προβλήματα που αντιμετωπίζει η ευρωζώνη  δεν οφείλονται τόσο σε αποτυχίες των κρατών όσο σε αποτυχία των αγορών. Στις θεωρίες ας πούμε για το υπερφορτωμένο κράτος που ως δια μαγείας γίνεται ανάλαφρο όταν αναλαμβάνει να πληρώσει τις ζημίες από την κρίση των τραπεζών. Στις πρακτικές  που αντιμετωπίζουν μια μερίδα των ανθρώπων μπροστά στη θεοποίηση της καταναλωτικής κοινωνίας ως υπεράριθμους, ως περιττούς, ως απορρίμματα. Στις διακηρύξεις  για μικρό κράτος στις κοινωνικές παροχές αλλά πανάκριβο στον τομέα της παρακολούθησης, ασφάλειας και καταστολής όπως καυτηριάζει ο Τόνυ Τζάντ.

Κεντρική ιδέα  είναι να καταλάβουμε ότι  η  σοσιαλδημοκρατία ως φορέας της εθνοκεντρικής κυριαρχίας έχει τελειώσει άλλα ως φορέας της παγκοσμιοποίησης τώρα αρχίζει.

Η διαδικασία της παγκοσμιοποίησης άλλωστε είναι αναπόφευκτη αφού η γεωγραφική επέκταση και ενίσχυση του ειδικού βάρους των ολοκληρώσεων στο διεθνές εμπόριο, η δικτύωση των κεφαλαιαγορών  και η αυξανομένη δύναμη των πολυεθνικών επιχειρηματικών συγκροτημάτων συνιστούν μια νέα πραγματικότητα. Αφού η διαρκής επανάσταση στους τομείς της πληροφορικής και των επικοινωνιών αλλάζουν τα δεδομένα. Πολύ περισσότερο που η διεθνής πολυκεντρική άσκηση πολιτικής και το πρόβλημα της περιβαλλοντικής καταστροφής θέτουν στο τραπέζι την ανάγκη υπερεθνικών διαδικασιών.

Σε αυτήν την οπτική χρειάζονται σήμερα οι επαναπροσδιορισμοί της σοσιαλδημοκρατίας. Η οποία από μόνη της είναι μια κίνηση προς τα εμπρός. Δεν είναι μια κλειστή θεωρία αλλά μια συνεχής προοδευτική αναζήτηση. Μια διαρκής κοινωνική ευαισθησία. Μια καθολική στήριξη της Δημοκρατίας. Θα επικεντρώσω τις προσπάθειες για μια σύγχρονη  οπτική σε τέσσερα μεγάλα ζητήματα που μας απασχολούν.

1. ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΙΣΟΤΗΤΑ

 Η σοσιαλδημοκρατία πρέπει να  επικεντρώνεται σε ένα νέο κοινωνικό συμβόλαιο που πρέπει σήμερα να εστιάζει όχι  μόνο στο κράτος αλλά στην εργασία, μέσα από την μεταρρύθμιση των συστατικών της στοιχείων. Αυτή η προσέγγιση αφορά την στήριξη των μισθών, την συνεχιζόμενη κατάρτιση, την ενίσχυση  των πολλαπλών εργασιακών και επαγγελματικών ταυτοτήτων, την κινητικότητα, την εθελουσία ευελιξία σε συνδυασμό με την εξασφάλιση μιας θέσης εργασίας για κάθε άτομο, ανεξαρτήτως προσόντων και γνώσεων, την περιβαλλοντική διάσταση στην παραγωγή, τον αναπροσανατολισμό του ελεύθερου χρόνου. Από την άλλη πλευρά πρέπει να εντοπίσουμε  ταυτόχρονα και μια άλλη μεταβολή που μας επισημαίνει ο Πιερ Ροζανβαλόν. Την απονομιμοποίηση της φορολογίας και κατά συνέπεια της αναδιανομής του πλούτου.  Αυτό σημαίνει ότι η ιδέα της ισότητας πρέπει να αποκτήσει και πάλι έμφαση  και επιρροή.

 2. ΓΙΑ ΤΟ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ.

Η «πράσινη ανάπτυξη», η αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής απαιτούν έναν σοβαρό συναγερμό. Στην εποχή μας αμφισβητείται ακόμα και η επάρκεια της διάκρισης Αριστερά- Δεξιά (η οποία αλώστε δεν υπήρχε πριν τον 18ο αιώνα και εγκαθιδρύθηκε με τον τρόπο που είχαν τοποθετηθεί πρακτικά στις θέσεις τους στο κοινοβούλιο το 1789 οι εκλεγμένοι αντιπρόσωποι του Λαού). Ισχυρίζονται  λοιπόν βάσιμα πολλοί οικολόγοι  ότι οι διάφορες εκδοχές Αριστεράς και Δεξιάς περιγράφουν μία εκμοντερνιστική εκδοχή του Πλανητικού κόσμου (με μεταρρύθμιση ή επανάσταση) χωρίς να γνωρίζουν που θα καταλήξει η επαγγελλόμενη πρόοδος. Τώρα  λοιπόν βρισκόμαστε- όπως προκύπτει από την διάσκεψη COP 21 για το κλίμα (Παρίσι, Δεκέμβρης 2015)- σε μια φάση όπου αποδείχτηκε ότι δεν υπάρχει πλέον ΓΗ για να ανταποκριθεί στον ορίζοντα του Πλανητικού. Επομένως το δίλημμα «Κοινωνικό ζήτημα ή φύση» είναι ξεπερασμένο σε μια σύγχρονη πολίτική θεωρία και  στο κέντρο  μπαίνει μια ανάλυση που δεν στηρίζεται στα συστήματα παραγωγής αλλά στα συστήματα αναπαραγωγής της Ζωής

Απαιτείται μια νέα προγραμματική θεώρηση που δεν θα έχει βάση τον παραγωγισμό, την  απεριόριστη ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων αλλά την φύση, την αειφόρο ανάπτυξη. Με ανατροπές στις  βασικές παραδοχές που είχαμε για την οικονομία, την κατανάλωση, τα μοντέλα ανάπτυξης.

 3. ΤΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ

 Ζούμε μια περίοδο που η ατζέντα των δικαιωμάτων έχει εξαιρετική  σημασία  στην διαμόρφωση της ιδεολογίας των ανθρώπων. Η Κεντροαριστερά προσεγγίζει το ζήτημα των κοινωνικών ελευθερίων οι οποίες δεν πρέπει να περιορίζονται στην οικονομική σφαίρα αλλά σε όλα τα επίπεδα που συγκροτούν μία δημοκρατική ζωή. Σε όλες τις κοινωνικές κατηγορίες -άντρες και γυναίκες- με οικουμενική οπτική. Πρόκειται για την ελευθέρια- δημόσια και ιδιωτική- για όλους και χωρίς εμπόδια και καταναγκασμούς. Ενδεικτικά  αναφέρομαι στον φεμινισμό. Τα θέματα που αφορούν την γυναικεία χειραφέτηση  δεν έχει νόημα πια να είναι περιορισμένα στο πεδίο της οικονομικής σφαίρας -σύμφωνα με την σοσιαλιστική παράδοση -γιατί  στην πραγματικότητα αφορούν βαθιές πολιτισμικές μεταβολές, απελευθέρωση από έμφυλα στερεότυπα, διαμόρφωση της  αυτοεικόνας της γυναίκας έξω από χαρακτηριστικά που αποδίδουν οι άντρες. Κάπως έτσι πρέπει να δούμε και όλα τα ζητήματα που έχουν σχέση με τον σεξουαλικό προσανατολισμό και τις ατομικές ελευθέριες. Δεν επεκτείνομαι άλλο…

4. ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΤΙΚΕΣ ΡΟΕΣ

Πρόκειται για το πιο δύσκολο  πρόβλημα της νέας εποχής. Οι μεταναστευτικές ροές προέρχονται από τα τεράστια λάθη του Δυτικού κόσμου και τις επιθετικές παρεμβάσεις αλλά και από τις αρνητικές συνέπειες της Παγκοσμιοποίησης. Ωστόσο τα κριτήρια  μας στην προσέγγιση αυτού του συνθέτου  θέματος οφείλουν να είναι δυο. Από την μία ο ορίζοντας του ανθρωπισμού, της αλληλεγγύης , των δικαιωμάτων. Από την άλλη η προσοχή σε μία μεγάλη οικονομική επιχείρηση που εξελίσσεται (σούπερ καπιταλιστικές μπίζνες!) μέσα από την μετακίνηση ανθρώπων  προς σε έναν «άγνωστο παράδεισο»  και με αποτέλεσμα σοβαρές ανισορροπίες στις χώρες υποδοχής που με την σειρά τους  ευνοούν την ακροδεξιά ρητορική.

Θέμα αρχής πρέπει να είναι στην χώρα μας που δέχεται τις πιο μεγάλες εισροές η κινητοποίηση των κυβερνήσεων για  την αναθεώρηση της συμφωνίας του Δουβλίνου όπως και της κοινής δήλωσης ΕΕ- Τουρκίας. Η κινητοποίηση αυτή πρέπει να είναι ηχηρή και να φτάνει ακόμα και σε άσκηση βέτο προκειμένου να αλλάξουν οι σημερινές δραματικές  καταστάσεις που οδηγούν την Ελλάδα να εξελιχθεί σε μια αμειβομένη «αποθήκη ψυχών». Την ιδία ώρα στο εσωτερικό πεδίο είναι χρήσιμο να υιοθετήσουμε δυο σημαντικά εργαλεία προσέγγισης. Το  πρώτο αφορά την σαφή διάκριση  ανάμεσα σε Πρόσφυγες και οικονομικούς   μετανάστες  που αποτελεί κλειδί για τις πολιτικές βοήθειας  και ένταξης και Δεύτερον την επιλογή κινήσεων αποτροπής ώστε να δοθεί  ένα σινιάλο για  εμπόδια  στα δουλεμπορικά κέντρα και να  αποθαρρυνθούν οι ανεξέλεγκτες ροές. Η  δεύτερη επιλογή  έχει οπωσδήποτε ηθικές αναστολές αλλά νομίζω ότι είναι  τελικά απαραίτητη να μπει στο τραπέζι ώστε να προλάβει πριν φτάσουμε στην επικράτηση της Ακροδεξιάς και κατά συνέπεια γίνουν αποδέκτες, από το μεγαλύτερο μέρος της κοινωνίας, βάρβαρες και απολύτως ρατσιστικές δραστηριότητες.

Έθεσα με συντομία τέσσερα θέματα που αφορούν την Κεντροαριστερά σε ένα κόσμο που αλλάζει.

Θα κλείσω σχολιάζοντας και το δικό μας πολιτικό σκηνικό στην νέα περίοδο που έχουμε μπει μετά τις εθνικές εκλογές. Ένα διαφορετικό σκηνικό που αναζητά αναπροσαρμογές.

Η λεγόμενη μετά-μνημονιακή εποχή συγκροτεί με δυσκολία την νέα κανονικότητα στην πολιτική αντιπαράθεση. Αντιπαλότητες από το παρελθόν γίνονται αντικείμενο αντεγκλήσεων. Διχαστικά διλήμματα κυριαρχούν ενώ η ζωή έχει πάρει μια εντελώς διαφορετική τροπή. Ο σχεδιασμός των κομμάτων δείχνει να έχει καταλάβει τις αλλαγές στο υπέδαφος της κοινωνίας αλλά η καθημερινότητα ακυρώνει αυτούς τους σχεδιασμούς  και προβάλει αναπαραστάσεις μιας μάχης με όρους παλαιότητας. Η πραγματικότητα επιβεβαιώνει ότι οι αληθινοί αντίπαλοι στα τρία βασικά κόμματα δεν είναι τις πιο πολλές φορές οι «άλλες» πολιτικές δυνάμεις αλλά πρώτα και κύρια ο ίδιος τους ο εαυτός. Οι ισχυρές δηλαδή ιστορικές ταυτότητες που εμποδίζουν αναπροσαρμογές και νέους προσανατολισμούς. Ας το δούμε λίγο πιο συγκεκριμένα.

Η ΝΔ του Κυριάκου Μητσοτάκη  επιχειρεί μια έφοδο προς το Κέντρο, προς έναν σύγχρονο μεταρρυθμιστικό ρόλο. Η προσπάθεια έχει ενδιαφέρον είναι ωστόσο δεσμευτικό το DNA του χώρου. Με τις βαθιές συντηρητικές αντιλήψεις, τους ακροδεξιούς θυλάκους, τις παραδόσεις πελατειακού κράτους και κομματισμού. Αυτοί οι μηχανισμοί αποτυπώνουν ένα πισωγύρισμα σε μια νεωτερική επιδίωξη Ευρωπαϊκής μεταρρυθμιστικής προοπτικής.

Κάτι παρόμοιο συμβαίνει στον ΣΥΡΙΖΑ. Η ηγεσία του έχει κατανοήσει την ανάγκη υπέρβασης της Παραδοσιακής Αριστεράς με καταγωγή τον κομμουνισμό και αναζητά νέα εργαλεία με διεύρυνση προς  την σοσιαλδημοκρατία. Όπως φαίνεται χωρίς προγραμματική ανανέωση αλλά μόνο με επικοινωνιακούς όρους. Ωστόσο έχει καταλάβει την χρησιμότητα της «στροφής» έστω και έτσι. Το δυνατό DNA μιας αριστερής νοοτροπίας προσδεδεμένης στον κρατισμό και την πολιτική διαμαρτυρία λειτουργεί ανασχετικά στα βήματα αλλαγής. Δημιουργεί δυσεπίλυτες αντιφάσεις.

Στο ΚΙΝΑΛ ο σχεδιασμός επίσης είναι θετικός. Νέος φορέας με νέα πρόσωπα. Μια σηματοδότηση προοδευτική και πιο σύγχρονη. Οι δομές όμως, η καθημερινή διαχείριση, η αγωνία δικαίωσης του παρελθόντος συχνά υποβαθμίζουν το νεύμα προς το μέλλον. Το μήνυμα της υπέρβασης και των ανοιγμάτων προς μια  καινούργια παράταξη της Κεντροαριστεράς  καθηλώνεται συχνά σε μια απλή λογική συνέχειας. Οι φοβικές συμπεριφορές  για έναν διάλογο με τις  άλλες προοδευτικές δυνάμεις, ακόμα και μετά από τις σκληρές αντιπαραθέσεις, συχνά κυριαρχούν.

 Οι περιγραφικές αυτές εικόνες αποτυπώνουν – προφανώς πρόχειρα και επιφανειακά- τις εσωτερικές ταλαντεύσεις και αντιφάσεις των κομμάτων. Η ΝΔ δεν μπορεί να πάρει «διαζύγιο» από ένα σκληρό συντηρητικό προηγούμενο. Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν κατανοεί την συναινετική κουλτούρα της σοσιαλδημοκρατίας και το ΚΙΝΑΛ  εμμένει στην δικαίωση για το παρελθόν. Ζούμε όμως την τέταρτη Βιομηχανική επανάσταση. Τα ιδεολογικά στερεότυπα βρίσκονται σε πλήρη δοκιμασία. Και μόνο η κλιματική αλλαγή υποδηλώνει την ανάγκη μιας διαφορετικής  προγραμματικής στρατηγικής. Η νέα γενιά, τα «παιδιά του κενού» όπως ευφυώς τα ονομάζει ο Γάλλος διανοούμενος Ραφαέλ Γλυκσμάν, δεν έχουν  την ορατότητα ενός καλυτέρου μέλλοντος.

«Παράδοση είναι να δημιουργείς εκ του μηδενός» έλεγε παλαιότερα ο Διονύσης Σαββόπουλος. Τα βασικά κόμματα της χώρας αναμετρούνται  με τον ίδιο τους τον εαυτό. Παγιδεύονται σε αντιπαραθέσεις που επιβάλει μια προηγούμενη εποχή. Συχνά οι κομματικές επιλογές γίνονται με βασικό κριτήριο το στενό εσωκομματικό ακροατήριο που αναπαράγει συμβολισμούς από τα παλιά.

Οποίοι καταφέρουν να κάνουν τα  γενναία βήματα μιας μεγάλης αναπροσαρμογής στο σύγχρονο περιβάλλον θα έχουν πετύχει να δώσουν τις πιο χρήσιμες απαντήσεις.

Για την Κεντροαριστερά είναι επείγουσα ανάγκη  να σχεδιάσει πιο αποτελεσματικά την προοπτική για το μέλλον. Η φυγή προς τα εμπρός, η ανανέωση των μηνυμάτων, οι σταθερές  κοινωνικές αναφορές είναι τα δεδομένα  για έναν πιο προωθημένο ρολό. Αρκεί να μην περιοριστεί στο σύνδρομο της δικαίωσης του ΠΑΣΟΚ και της Δημοκρατικής Παράταξης. Αρκεί να εργαστεί αποφασιστικά με αναστοχασμό για λάθη και αδυναμίες  του παρελθόντος στην κατεύθυνση που έχει δρομολογήσει το ΚΙΝΗΜΑ ΑΛΛΑΓΗΣ. Έναν ευρύ φορέα των δυνάμεων της σοσιαλδημοκρατίας, του Προοδευτικού Κέντρου, της Δημοκρατικής Αριστεράς. Μια νέα πολιτική και κοινωνική συμμαχία που να αντιπροσωπεύει την επόμενη Ελλάδα.