Η Λιζ και ο Ανδρέας. Του ΠΑΥΛΟΥ ΤΣΙΜΑ

Ο Τζον Μπέρ­κο­ου, επί μία δε­κα­ε­τία Speaker, πρό­ε­δρος της Βου­λής των Κοι­νο­τή­των, έχει μεί­νει αξέ­χα­στος για τις πο­λύ­χρω­μες γρα­βά­τες και την χρω­μα­τι­στή φωνή βα­ρύ­το­νου, με την οποία προ­σπα­θού­σε να επι­βά­λει την τάξη στις πο­λύ­ω­ρες και θο­ρυ­βώ­δεις συ­νε­δριά­σεις των ημε­ρών της κρί­σης του Brexit. Θα άξι­ζε να τον θυ­μό­μα­στε και για μια αξιο­μνη­μό­νευ­τη δή­λω­ση με την οποία απο­χαι­ρέ­τι­σε την Βουλή, όταν απο­σύρ­θη­κε από την πο­λι­τι­κή. Το Κοι­νο­βού­λιο, είχε πει, «εί­ναι ένα υπέ­ρο­χο μέ­ρος, γε­μά­το αν­θρώ­πους που, στην συ­ντρι­πτι­κή πλειο­ψη­φία τους, έχουν ως κί­νη­τρο το κατά την αντί­λη­ψή τους εθνι­κό συμ­φέ­ρον. Υπο­τι­μώ­ντας αυτό το Κοι­νο­βού­λιο βλά­πτου­με τον εαυ­τό μας».

Υπέ­ρο­χα αι­σιό­δο­ξη δή­λω­ση. Αλλά τότε πώς βρέ­θη­κε, έστω και για 45 ημέ­ρες μό­νον, επι­κε­φα­λής του με­γα­λύ­τε­ρου και ιστο­ρι­κό­τε­ρου κόμ­μα­τος εκεί­νης της Βου­λής και πρω­θυ­πουρ­γός της χώ­ρας ένα πρό­σω­πο τόσο κραυ­γα­λέα ακα­τάλ­λη­λο για την δου­λειά, όσο η Λιζ Τρας; Και -μο­λο­νό­τι δεν εί­μαι σί­γου­ρος ότι ο Κώστας Τασού­λας θα υιο­θε­τού­σε το εγκώ­μιο του Βρε­τα­νού συ­να­δέλ­φου του για την δική μας Βουλή- πώς βρέ­θη­κε παρ’ ημίν βου­λευ­τής ένας τύ­πος αν­θρώ­που σαν τον πα­σί­γνω­στο πλέ­ον Ανδρέα Πάτση; Και μά­λι­στα βου­λευ­τής όχι κά­ποιου πε­ρι­θω­ρια­κού κόμ­μα­τος, από αυτά που γνω­ρί­σα­με τα τε­λευ­ταία χρό­νια να στρα­το­λο­γούν προ­χεί­ρως κοι­νο­βου­λευ­τι­κό προ­σω­πι­κό από το facebook και το twitter, αλλά ενός με­γά­λου και ιστο­ρι­κού κόμ­μα­τος με «μη­τρώα στε­λε­χών» και κομ­μα­τι­κά φίλ­τρα στην επι­λο­γή υπο­ψη­φί­ων;

Η Τρας και ο Πάτσης εί­ναι, βέ­βαια, δύο εντε­λώς δια­φο­ρε­τι­κές, ασύμ­βα­τες με­τα­ξύ τους, μη συ­γκρί­σι­μες πε­ρι­πτώ­σεις. Άλλο πράγ­μα ένα κόμ­μα που υπέ­στη τον αυ­το­τραυ­μα­τι­σμό του Brexit και πα­ρα­δέρ­νει ξυ­λάρ­με­νο στους ανέ­μους του λαϊ­κι­σμού, να κά­νει λά­θος επι­λο­γή ηγέ­τη, να δια­λέ­γει το λά­θος πρό­σω­πο επει­δή το σω­στό είχε δέρ­μα πολύ σκού­ρο για τα γού­στα του μι­κρού κλαμπ των με­λών με δι­καί­ω­μα ψή­φου. Κι άλλο πράγ­μα κά­ποιος, με γνω­στή δια­δρο­μή σε κα­κό­φη­μες γει­το­νιές του πο­δο­σφαί­ρου των μι­κρών κα­τη­γο­ριών και γνω­στές επί­σης επι­δό­σεις σε μια βαλ­κα­νι­ζα­τέρ επι­χει­ρη­μα­τι­κή δρα­στη­ριό­τη­τα, να επι­λέ­γε­ται από την Ν.Δ. για μια μο­νο­ε­δρι­κή βε­βαί­ας εκλο­γής. Κι εί­ναι, προ­φα­νώς, άλλο πράγ­μα κά­ποια που φα­ντά­στη­κε τον εαυ­τό της -εντε­λώς παρ’ αξί­αν- στο υψη­λό­τε­ρο αξί­ω­μα, να τα κά­νει μού­σκε­μα κατά την άσκη­σή του. Κι άλλο ένας «πα­ρά­γο­ντας» που εκλέ­γε­ται βου­λευ­τής να πολ­λα­πλα­σιά­ζει την πε­ριου­σία του με offshore και άλλα ντα­ρα­βέ­ρια, ενώ ασκεί τα βου­λευ­τι­κά του κα­θή­κο­ντα. Ως προς το πο­λι­τι­κό απο­τέ­λε­σμα, στην πρώ­τη πε­ρί­πτω­ση η ζη­μιά εί­ναι απεί­ρως με­γα­λύ­τε­ρη. Ηθικά, η δεύ­τε­ρη πε­ρί­πτω­ση εί­ναι δο­λο­φο­νι­κή.

Κι όμως, οι δύο πε­ρι­πτώ­σεις έχουν κάτι κοι­νό. Επι­βε­βαιώ­νουν αυ­τήν την διά­χυ­τη, κα­τα­γε­γραμ­μέ­νη σε δη­μο­σκο­πή­σεις και συ­μπε­ρι­φο­ρές, δυ­σπι­στία απέ­να­ντι στους πο­λι­τι­κούς, την πο­λι­τι­κή και τους θε­σμούς της. Αυτήν την πε­ρι­φρο­νη­τι­κή αδια­φο­ρία για αυ­τούς που «όλοι ίδιοι εί­ναι», η οποία τρο­φο­δο­τεί την απο­λί­τι­κη πα­θη­τι­κό­τη­τα ή την «αντί-πο­λι­τι­κή» κα­κε­ντρέ­χεια των αναρ­τή­σε­ων. Και επα­να­φέ­ρουν και οι δύο όλα εκεί­να τα ερω­τή­μα­τα που επα­να­λαμ­βά­νο­νται ως κλι­σέ και­ρό τώρα. Εμείς εί­μα­στε που δια­λέ­γου­με λά­θος πρό­σω­πα να μας εκ­προ­σω­πούν; Ή η πο­λι­τι­κή, στον και­ρό των social media, έχει γί­νει πολύ άγριο σπορ για «κα­νο­νι­κούς αν­θρώ­πους» και ελ­κύ­ει μό­νον εξω­τι­κά πτη­νά; Τι έχει αλ­λά­ξει; Πού χά­θη­κε εκεί­νη η μυ­θι­κή, χρυ­σή επο­χή όπου στην πο­λι­τι­κή «κα­τέ­βαι­ναν» αξιο­πρε­πείς και έντι­μοι άν­θρω­ποι, με μόνο κί­νη­τρο την διά­θε­ση προ­σφο­ράς;

Εννο­εί­ται, αυτή η χρυ­σή επο­χή δεν υπήρ­ξε ποτέ. Και η κα­τά­στα­ση τώρα εί­ναι λι­γό­τε­ρο δρα­μα­τι­κή απ’ όσο την διε­κτρα­γω­δού­με συ­νή­θως. Τον Ιού­λιο του 2020 είχε δη­μο­σιευ­θεί μια με­γά­λη έρευ­να στο Πανε­πι­στή­μιο του Σέφιλντ με τί­τλο «Ποιος μπαί­νει στην πο­λι­τι­κή και για­τί». Η έρευ­να στη­ρι­ζό­ταν σε ένα ανα­λυ­τι­κό ψυ­χο­λο­γι­κό προ­φίλ, μέσω συ­νε­ντεύ­ξε­ων, 168 εν ενερ­γεία και πρώ­ην βου­λευ­τών, που κα­τέ­γρα­φε τα κί­νη­τρα, τις αξί­ες και τις αντι­λή­ψεις τους -την «ψυ­χο­λο­γία των πο­λι­τι­κών». Και αντι­πα­ρέ­θε­τε αυτά τα ευ­ρή­μα­τα, στα δε­δο­μέ­να μιας με­γα­λύ­τε­ρης έρευ­νας με­τα­ξύ των ψη­φο­φό­ρων, για τις ιδιό­τη­τες που απο­δί­δουν στους πο­λι­τι­κούς που ψη­φί­ζουν και εκεί­νες που επι­βρα­βεύ­ουν με την ψήφο τους. Η έρευ­να δί­νει μια πιο πο­λύ­χρω­μη ει­κό­να από την συ­νη­θι­σμέ­νη ασπρό­μαυ­ρη απλού­στευ­ση. Και το συ­μπέ­ρα­σμά της εί­ναι πως οι προσ­δο­κί­ες των ψη­φο­φό­ρων και οι επι­θυ­μί­ες των πο­λι­τι­κών απέ­χουν λι­γό­τε­ρο απ’ ότι φα­ντα­ζό­μα­στε. Και πως, βε­βαί­ως, «οι πο­λι­τι­κοί δεν απο­τε­λούν ένα ομο­γε­νο­ποι­η­μέ­νο σύ­νο­λο είτε αγί­ων είτε αμαρ­τω­λών».

Το πρό­βλη­μα πα­ρα­μέ­νει ωστό­σο. Η αξιο­πι­στία της πο­λι­τι­κής κι­νεί­ται χα­μη­λά, τόσο στην χώρα του ουί­σκι όσο και στην χώρα της ρε­τσί­νας -όπως τις τρα­γου­δού­σε κά­πο­τε η Βέμπο. Και υπο­φέ­ρει κάθε φορά που οι πο­λί­τες στρέ­φουν το βλέμ­μα στην πο­λι­τι­κή βι­τρί­να και βλέ­πουν μια Τρας ή έναν Πάτση. Η απο­μεί­ω­ση της εμπι­στο­σύ­νης στην δη­μο­κρα­τία, που κα­τα­γρά­φε­ται σε όλα τα μήκη και τα πλά­τη της γης, έχει βέ­βαια πολύ βα­θύ­τε­ρες και πολύ πιο δύ­σκο­λα αντι­με­τω­πί­σι­μες αι­τί­ες. Αλλά παί­ζει και η βι­τρί­να τον ρόλο της. Τα φίλ­τρα ελέγ­χου της πο­λι­τι­κής από ανε­ξάρ­τη­τους θε­σμούς και τα μέσα της δη­μο­σιό­τη­τας έχουν, όπως απο­δει­κνύ­ε­ται από την υπό­θε­ση Πάτση, χα­λα­ρώ­σει υπερ­βο­λι­κά. Αλλά και τα φίλ­τρα αυ­το­προ­στα­σί­ας της πο­λι­τι­κής έχουν φαί­νε­ται υπερ­βο­λι­κά χα­λα­ρώ­σει. Τόσο, ώστε να εί­ναι εύ­κο­λο πια κά­ποιος να διεκ­δι­κεί μια έδρα στην Βουλή για τον ίδιο λόγο και με το ίδιο κί­νη­τρο που αγο­ρά­ζει μια επαρ­χια­κή πο­δο­σφαι­ρι­κή ομά­δα ή ένα το­πι­κό ρα­διό­φω­νο: για να διευ­κο­λύ­νε­ται το ντα­ρα­βέ­ρι.

Αναδημοσίευση από “ΤΑ ΝΕΑ”