Επίλογος στο παρελθόν, πρόλογος στο μέλλον; Του ΔΗΜΗΤΡΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗ

Με τις εκλογές του 2019 και το τέλος της διακυβέρνησης από τον ΣΥΡΙΖΑ, γράφτηκε ο οριστικός επίλογος μιας μεγάλης περιόδου που ταλάνισε τη χώρα, αυτής της μετεμφυλιακής Ελλάδας. Οι ηττημένοι και κατατρεγμένοι του εμφυλίου ή τουλάχιστον ένα μεγάλο κομμάτι τους που προερχόταν από αυτή τη γενιά, είχαν πια κυβερνήσει. Κλήθηκαν σε μια αντικειμενικά δύσκολη περίοδο να οδηγήσουν τη χώρα και με τον τρόπο που το διαχειρίστηκαν, το ύφος και ενίοτε το ήθος της εξουσίας που άσκησαν, με τις χειρότερες δυνατές επιλογές, σήμαναν το οριστικό τέλος της εποχής της αθωότητας, των ηθικών πλεονεκτημάτων, της διαφορετικότητας, της αυταπάρνησης και των ηρωικών αγώνων. Αν δε, το τέλος της μετεμφυλιακής Δεξιάς γράφτηκε με μια εθνική καταστροφή, τη δικτατορία (και το Κυπριακό), το ευτύχημα ήταν ότι το τέλος της μετεμφυλιακής Αριστεράς δεν συνοδεύτηκε από την Εθνική τραγωδία της εξόδου από την ΕΕ.

Με τις διπλές εκλογές του 2023, σφραγίστηκε και ο οριστικός επίλογος μιας άλλης κομβικής περιόδου, αυτής της μεταπολιτευτικής Ελλάδας. Μιας περιόδου που η χώρα, με κόπους, θυσίες, με λάθη και πισωγυρίσματα αλλά και αποφασιστικότητα, μπόρεσε να οικοδομήσει την πιο μακρά περίοδο δημοκρατίας της ιστορίας της και να επαναβεβαιώσει τη συμμετοχή της στον σκληρό πυρήνα της πιο φιλελεύθερης, δημοκρατικής ένωσης κρατών στον κόσμο, καθώς και τον δυτικό προσανατολισμό της. Μιας περιόδου που κατά την ισχύουσα ελληνική πολιτική ιδιαιτερότητα χαρακτηρίστηκε και από μια ιδιότυπη ιδεολογική ηγεμονία της Αριστεράς, με κύριες εκφάνσεις της, τη διατήρηση της μνήμης των δεινών του εμφυλίου και την ευρύτερη αποδοχή του κρατισμού σαν μοντέλου λειτουργίας.

Το δεύτερο αυτό τέλος, σημαδεύτηκε και με το τέλος μιας στερνής επώδυνης περιόδου, αυτής της δεκαετίας της κρίσης, που η χώρα βίωσε εικόνες μετακοινοβουλευτικής πολιτικής ζωής, αναζήτησης νέων διχασμών, ανεκπλήρωτες αυταπάτες και λαϊκίστικες εκτροπές. Ο επίλογος αυτών των περιόδων, σε συνδυασμό με την είσοδο νέων γενιών, που όλα αυτά στην μεγάλη πλειοψηφία, τους λένε από ελάχιστα έως τίποτα και αποτελούν μια ιστορική αναφορά, διαμόρφωσαν μια νέα κοινωνική στάση. Μια κοινωνία που θέλει να προετοιμάσει την επόμενη ημέρα και απαιτεί ένα πολιτικό σύστημα που μακριά από μηδενισμούς θα μπορέσει να την οδηγήσει εκ του ασφαλούς μέσα από έναν πολύπλοκο παγκόσμιο περιβάλλον, στην εποχή της 4ης Βιομηχανικής Επανάστασης.

Όπως γράφει κι ο φίλος Γιάννης Βούλγαρης στα ΝΕΑ «έχει διαμορφωθεί μια ευρεία συναίνεση, που περιλαμβάνει και τις νεότερες γενιές της κρίσης. Δεν είναι ούτε «κέντρο», ούτε «μεσαίος χώρος». Αυτοί είναι όροι πολιτικής γεωγραφίας, ενώ το ζήτημα είναι πολιτικό και ιδεολογικό. Πρόκειται για έναν αναπροσανατολισμό της κοινωνικής πλειοψηφίας που διακομματικά, αναζητά, ή καλύτερα απαιτεί, τον τριγωνικό συνδυασμό Ανάπτυξης – Κοινωνικού κράτους – Εθνικής ασφάλειας».

Αυτόν τον αναπροσανατολισμό και την προσπάθεια επαναπροσδιορισμού της κοινωνίας αντιλήφθηκε έγκαιρα ο Κυριάκος Μητσοτάκης, τον επέβαλε σαν κύρια κατεύθυνση στην ΝΔ και τον κατέστησε κυρίαρχο στο κομματικό σύστημα. Μέσα σε ένα ευμετάβλητο παγκόσμιο περιβάλλον που επιδεινώθηκε με την πανδημία και το ουκρανικό, αλλά και τις οικονομικές αναταράξεις που προέκυψαν, κατόρθωσε να σταθεροποιήσει την πορεία της χώρας, να ασκήσει κατά το δυνατόν ρεαλιστική πολιτική, να δώσει τη διάσταση της ασφάλειας από το εξωτερικό και να επαναβεβαιώσει τον ευρωπαϊκό προσανατολισμό της. Με την ευγενή χορηγία, της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης κύρια, που αδυνατεί να εναρμονιστεί στις νέες συνθήκες, περάσαμε μέσα σε μια τετραετία από τα κομματικά συστήματα που κυριάρχησαν στη χώρα, στο σύστημα του «υπερκυρίαρχου κόμματος» με απόλυτες πλειοψηφίες και χαώδεις διαφορές ποσοστών.

Λειτουργεί μακροπρόθεσμα η παγίωση αυτής της λειτουργίας προς όφελος της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας; Προφανώς και όχι.

Η ρήση «μια καλή αντιπολίτευση, οδηγεί σε μια καλύτερη κυβέρνηση» είναι ο συνδυασμός που αφ’ ενός θα κρατά την συμπολίτευση σε εγρήγορση και αφ’ ετέρου θα κινητοποιεί την αντιπολίτευση στην καλύτερη διαμόρφωση των όρων για την προώθηση των αναγκαίων μεταρρυθμίσεων, τον εκσυγχρονισμό του κράτους και την ανάπτυξη. Απαιτείται η αναζήτηση ισορροπίας στο πολιτικό σύστημα με την ανάδυση μιας αντιπολίτευσης με ανακατεύθυνση της στρατηγικής της προς αξιόπιστες και συγκροτημένες λύσεις. Μιας αντιπολίτευσης, που στην πεμπτουσία της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, την εναλλαγή στην εξουσία, όταν κληθεί να κυβερνήσει θα ανταπεξέλθει χωρίς να κινδυνεύσει η χώρα. Η διαιώνιση του δίπολου Μητσοτάκης ή χάος, θα σταθεροποιήσει ένα κενό και επειδή η φύση απεχθάνεται την ύπαρξή τους, αυτό θα καταληφθεί από λαϊκίστικες και ακροδεξιές δυνάμεις.

Είναι ικανή η αντιπολίτευση και ο χώρος της κεντροαριστεράς ειδικότερα, να αντιπαραθέσει μια ανταγωνιστική, σύγχρονη, αξιόπιστη πρόταση; Φοβάμαι πως όχι, τουλάχιστον προς το παρόν και όσο εμφανίζουν αδυναμία, κύρια ο ΣΥΡΙΖΑ και λιγότερο το ΠΑΣΟΚ, να διαβάσουν σωστά τα αποτελέσματα και να αντιληφθούν την αλλαγή σελίδας που επέβαλε η κοινωνία. Η Αριστερά της μετά τον εμφύλιο περιόδου και των μεταπολιτευτικών χρόνων, όπως και τα Παπανδρεϊκά έως Αυριανικά σύνδρομα, δεν συμβαδίζουν με τη νέα εποχή.

Σε μια έρευνα της εταιρείας ETERON για το πώς αυτοπροσδιορίζονται οι ψηφοφόροι των κομμάτων, υπάρχουν κάποια σημαντικά ευρήματα. Ιδιαίτερα αυτών της ΝΔ. Οι ψηφοφόροι του κυβερνώντος κόμματος κατά ποσοστό 44,5% αποδέχονται ως ιδεολογικό χαρακτηρισμό τον Φιλελευθερισμό/Δημοκρατικό Κέντρο και με περισσότερο «αριστερό πρόσημο» (σοσιαλδημοκρατία, οικολογία κλπ) κατά ποσοστό 12,5%. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η χαμηλή ταύτιση με τον Συντηρητισμό 7,5% και τον Εθνικισμό 3,5%. Υπάρχει δηλαδή ένα πλειοψηφικό μέγεθος εντός της ΝΔ, περίπου στο 60%, που αυτοπροσδιορίζεται ως κεντρώο, φιλελεύθερο, έως σοσιαλδημοκρατικό.

Από αυτά και μόνο τα στοιχεία, είναι εμφανές το πόσο λάθος έχει διαβάσει η αντιπολίτευση την κοινωνική πραγματικότητα, πόσο έχουν αλλάξει οι εποχές και πόσο ανταπόκριση μπορεί να έχει η αντιδεξιά ρητορεία παλαιάς κοπής. «Ο λαός δεν ξεχνά τι σημαίνει δεξιά», «Κάρμινα Μπουράνα», μέχρι τα βωμολοχικά συνθήματα μερίδας του ΣΥΡΙΖΑ, δεν μπορούν να δώσουν απαντήσεις, ούτε να προσελκύσουν το κοινό που απαιτείται για να αναδειχθούν. Δεν μπορούν να δώσουν απαντήσεις στα χαμηλά μονοψήφια ποσοστά του ΠΑΣΟΚ στα μεγάλα αστικά κέντρα, ούτε να ερμηνεύσουν γιατί στις λαϊκές συνοικίες πχ της Β’ Πειραιά βγήκε πρώτη η ΝΔ και καταποντίστηκε ο ΣΥΡΙΖΑ και βεβαίως ούτε γιατί βάφτηκαν μπλε παραδοσιακές περιοχές της αντιπολίτευσης.

Ο ΣΥΡΙΖΑ μετά και την παραίτηση του κ. Τσίπρα, θα περάσει μια περίοδο εσωστρέφειας, το μέγεθος της οποίας θα καθοριστεί από το ταυτοτικό του πρόβλημα, τόσο σε ιδεολογικό όσο και σε επίπεδο προσώπων, την δυνατότητα ανακατεύθυνσης της πολιτικής του και βέβαια από το μέγεθος των διασπαστικών τάσεων ή την επιστροφή στην «ιδεολογική καθαρότητα» με κίνδυνο την συρρίκνωσή του.

Το ΠΑΣΟΚ, παρά τα αδιαμφισβήτητα κέρδη του, που φάνηκαν μεγαλύτερα από την κατάρρευση του ΣΥΡΙΖΑ, οφείλει να απεμπλακεί από τις μάχες οπισθοφυλακής με τον ΣΥΡΙΖΑ για την ηγεμονία του χώρου και να εμφανιστεί σαν η σοβαρή εναλλακτική λύση διακυβέρνησης στη ΝΔ. Πρωτίστως να θυμηθεί τη στάση εθνικής ευθύνης που κράτησε στη δεκαετία της κρίσης και να απομακρυνθεί από αρχέγονες, ξεπερασμένες «σοσιαλδημοκρατικές» τοποθετήσεις.

Τέλος, εξακολουθεί να δηλώνει παρών, πολυδιασπασμένο και με διαφορετικές αφετηρίες μεν ακροδεξιό κοινό, που δεν μπορεί δε να μας αφήνει αδιάφορους, έχοντας και τα παραδείγματα ανόδου τους σε μια σειρά από χώρες της ΕΕ. Όσο δε το κέντρο βάρους της πολιτικής της ΝΔ μεταφέρεται προς το κέντρο, τόσο θα μένει κενό στα δεξιά της. Η αντιμετώπιση όμως αυτού του φαινομένου, οφείλει να είναι στην ατζέντα όλων των δημοκρατικών δυνάμεων.

Ξελασπώστε το μέλλον, έλεγε ο Μαγιακόφσκι…

Αναδημοσίευση από “Πατρίς Πύργου