Αν κλείσει η στρόφιγγα. Του ΧΑΡΗ ΔΟΥΚΑ

Η Ευρώπη είναι αναγκασμένη να προετοιμαστεί για το δύσκολο σενάριο της πλήρους διακοπής ρωσικού φυσικού αερίου, ανεξάρτητα από το πώς τελικά θα ενεργήσει ο Πούτιν. Για να γίνει κατανοητή αυτή η πρόκληση, ας εξετάσουμε ένα καλό σενάριο. Έστω ότι η ΕΕ καταφέρνει να γεμίσει τις εγκαταστάσεις αποθήκευσης φυσικού αερίου σε ποσοστό 90% (τώρα είναι λίγο πάνω από το 60%) το επόμενο διάστημα. Ακόμα και σε αυτήν την περίπτωση, αν κατά την έναρξη της χειμερινής περιόδου θέρμανσης (1η Οκτωβρίου), οι ρωσικές προμήθειες αερίου στην Ευρώπη διακόπτονταν εντελώς, η Ευρώπη θα είχε τα αποθέματα να φτάσει οριακά μέχρι τον Μάρτη του 2023, με κάποιες πιθανές διαταραχές στον εφοδιασμό στο τελευταίο μέρος της περιόδου θέρμανσης.

Αν όμως κλείσει άμεσα η στρόφιγγα, όχι μόνο του Nord Stream 1 αλλά όλων των αγωγών ρωσικού αερίου (και του TurkStream που τροφοδοτεί μεταξύ άλλων την Ελλάδα), τότε με τα υπάρχοντα αποθέματα στις Ευρωπαϊκές αποθήκες, οι παγκόσμιες διαθέσιμες προμήθειες δεν είναι αρκετές. Δεν είναι αρκετές ακόμη και αν οι ροές αερίου από τη Νορβηγία και το Αζερμπαϊτζάν φτάσουν στο μέγιστο δυνατό βαθμό, αν οι παραδόσεις από τη Βόρεια Αφρική παραμείνουν κοντά στα περσινά επίπεδα, αν η εγχώρια παραγωγή συνεχίσει να ακολουθεί τις πρόσφατες τάσεις και αν οι ροές υγροποιημένου αερίου αυξηθούν σε ποσοστό ρεκόρ, παρόμοιο με αυτό του πρώτου εξαμήνου αυτού του έτους. Αυτά όμως είναι ήδη πολλά “αν”.

Πριν λίγες μέρες (στις 20/7), παρουσιάστηκε από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή ένα σχέδιο έκτακτης ανάγκης, προκειμένου οι χώρες να μειώσουν τη χρήση αερίου κατά 15%. Έχει ήδη ξεκινήσει η σχετική ανάλυση για το τί σημαίνει αυτό σε κάθε αγορά, με σημαντικές διαφοροποιήσεις ήδη να έχουν καταγραφεί από αρκετές χώρες. Μέχρι το έκτακτο Συμβούλιο Υπουργών Ενέργειας στις 26/7, θα υπάρξουν πολλές συζητήσεις και προσεγγίσεις. Η Επιτροπή οφείλει να διασφαλίσει μία κοινή ενεργειακή κατεύθυνση που θα λαμβάνει υπόψη τις επιμέρους ιδιαιτερότητες των κρατών μελών και την οικονομική τους υποστήριξη. Η κατεύθυνση όμως της ενεργειακής αυτονομίας, μέσα από την απεξάρτηση από το εισαγόμενο φυσικό αέριο πρέπει να είναι αταλάντευτη.

Για την Ελλάδα έχουν συζητηθεί δράσεις ενίσχυσης της ενεργειακής της ανθεκτικότητας, όπως είναι η μείωση της χρήσης αερίου στον ηλεκτρισμό. Ο διπλασιασμός της συνεισφοράς του λιγνίτη στο μίγμα ηλεκτροπαραγωγής αποτελεί έναν άμεσο στόχο, με τις ανανεώσιμες να είναι το κλειδί σε μεσοπρόθεσμο επίπεδο. Επιπλέον, η προσπάθεια εξοικονόμησης στη βιομηχανία και στον τριτογενή τομέα προτείνεται να έχει ουσιαστική και δίκαιη κινητροδότηση, μέσω ενός διαφανούς μηχανισμού δημοπρασιών που θα επιβραβεύει τους καταναλωτές αερίου που επιτυγχάνουν περιορισμό της κατανάλωσής τους. Υπάρχουν ήδη αντίστοιχα μοντέλα δημοπρασιών σε Γερμανία και Ολλανδία. Τέλος, τα κτίρια του δημόσιου και ευρύτερου δημόσιου τομέα θα πρέπει να πρωτοστατήσουν στις δράσεις εξοικονόμησης ενέργειας, ώστε να δοθεί από την Πολιτεία το θετικό παράδειγμα.

Μέσα από τις εθνικές διαφορετικότητες και την υπέρβασή τους, μπορεί να υπερισχύσει μία ενοποιητική κατεύθυνση, ώστε η Ευρώπη, και συνεπαγόμενα η Ελλάδα, να εφαρμόσουν δίκαια και αποτελεσματικά μέτρα μείωσης του κινδύνου ενεργειακών ελλείψεων, που οι πιο ευάλωτοι πολίτες δεν έχουν την πολυτέλεια να στερηθούν. Ο χειμώνας αυτός ίσως αποτελέσει μια ιστορική δοκιμασία ευρωπαϊκής αλληλεγγύης. Η Ευρώπη μπορεί να κληθεί και πρέπει να είναι έτοιμη να δείξει την πραγματική ενωσιακή της δύναμη.

Αναδημοσίευση από “ΤΑ ΝΕΑ”