Έλληνες πολιτικοί πρόσφυγες στην Τασκένδη (1949-1957): μεταξύ πόνου, ουτοπίας και ολοκληρωτισμού. Του ΒΑΣΙΛΗ ΜΠΟΓΙΑΤΖΗ

Θα μπορούσε κανείς να μιλήσει για το βιβλίο του Γαβρίλη Λαμπάτου Έλληνες πολιτικοί πρόσφυγες στην Τασκένδη, 1949-1957, εκδόσεις Κουκκίδα, Αθήνα 2020 (επανέκδοση της Α΄ έκδοσης του 2001 από τις εκδόσεις Κούριερ-Εκδοτική, με τη συμπλήρωση ενός εκτεταμένου επιμέτρου), ξεκινώντας από την καταληκτική παρατήρηση των συμπερασμάτων του. πρόκειται για παρατήρηση η οποία συμπυκνώνει την τραγική –ήτοι, αμφίσημη, αντιφατική, ταλαντευόμενη και ανήκουστη– εμπειρία των δρώντων υποκειμένων, την οποία με τόση ευαισθησία και ειλικρίνεια παρακολούθησε στα προηγούμενα μέρη της μελέτης του: «Στα χρόνια της πολιτικής προσφυγιάς η πλειοψηφία των προσφύγων της Τασκένδης βρέθηκε εκτός των γραμμών του κόμματος [του ΚΚΕ], για το οποίο είχε θυσιάσει τα πάντα. Ο Σοσιαλισμός, σαν όραμα για το οποίο είχαν θυσιάσει τα πάντα στην πατρίδα τους, συγκρουόταν με τη σκληρή πραγματικότητα που ζούσαν στις εσχατιές της Ασίας» (σ. 248). Η κάπως αποστασιοποιημένη, αν και ευαίσθητη –ή ίσως, το αντίστροφο– ιστορική διατύπωση συλλαμβάνει την τραγικότητα της θέσης αυτών των καθημερινών ανθρώπων που έγιναν μείζονες ιστορικοί δρώντες κι έρχεται να συνομιλήσει με τη θέρμη της λογοτεχνίας του άδειου Κιβωτίου του Άρη Αλεξάνδρου, αλλά και με την πρώιμη πλην βαθυστόχαστη αποτίμηση της εμπειρίας του κομμουνισμού, έτσι όπως την επιχείρησε ο Παναγιώτης Κονδύλης: «Οι κομμουνιστές ήταν προσωρινά οι τελευταίοι που ενσάρκωσαν και τις δύο αυτές πλευρές του ανθρώπινου παραδόξου σε στενότατη συνάφεια μεταξύ τους. Ως υπέρμαχοι μια ανθρωπιστικής ουτοπίας και ως εκτελεστές στυγνής τρομοκρατίας σφράγισαν όσο κανένα άλλο κίνημα το μεγαλείο και την τραγικότητα της εποχής τους. Υπήρξαν ταυτόχρονα ονειροπόλοι και πολιτικοί διψασμένοι για ισχύ, desperados και στρατηγικά πνεύματα, δημεγέρτες και μυστικοί πράκτορες, σταυροφόροι και τεχνοκράτες, αιρετικοί και ιεροεξεταστές, θύματα και δήμιοι. Η παγκόσμια ιστορία δεν  θα λησμονήσει εύκολα τους ασυνήθιστους αυτούς ανθρώπους, που τόσο βίαια εισέβαλαν στον εικοστό αιώνα».[1] Το αδειανό Κιβώτιο δεν ήταν άμοιρο ανθρωπισμού, αξιοπρέπειας, πόθων ισότητας και ελευθερίας, εντούτοις πολλές από τις προδιαγραφές κατασκευής του οδηγούσαν στην ακύρωση αυτών των όψεών του, όπως και στην εξ ιδίων συντριβή των ατομικοτήτων που ήταν φορείς του – ή και των αντιφρονούντων.

Αλλά, ας πάμε από την αρχή. Στο επίκεντρο της μελέτης του Γαβρίλη Λαμπάτου τοποθετείται η μεγαλύτερη παροικία των Ελλήνων κομμουνιστών πολιτικών προσφύγων, κι ενός τμήματος Σλαβομακεδόνων, αυτή της Τασκένδης –περίπου 12.000 άνθρωποι από ένα σύνολο πενήντα έως εξήντα χιλιάδων ενηλίκων και είκοσι πέντε έως τριάντα χιλιάδων παιδιών, εκπατρισμένα μέλη του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας (ΔΣΕ) και των οικογενειών τους, μετά την ήττα στον Εμφύλιο Πόλεμο των ετών 1946-1949.[2] Δύο πράγματα είναι, κατ’ αρχάς, αξιοσημείωτα εδώ: το πρώτο, η αιτιολόγηση της επιλογής του συγγραφέα –ότι, όπως σημειώθηκε και προηγουμένως, η Τασκένδη ήταν μία από τις μεγαλύτερες παροικίες πολιτικών προσφύγων συγκριτικά με εκείνες που δημιουργήθηκαν στις άλλες χώρες του υπαρκτού σοσιαλισμού, αλλά και ότι εκεί έλαβαν χώρα διεργασίες που καθόρισαν την πολιτική πορεία του ΚΚΕ κατά τη δεκαετία του 1950, ίσως και αργότερα. Το δεύτερο, ότι η εν λόγω μελέτη αποτελεί, και μάλιστα σε μια περίοδο (δηλαδή το 2001) έλλειψης αρχείων, αλλά και επιστημονικού ενδιαφέροντος για το ζήτημα των κοινοτήτων των πολιτικών προσφύγων –εδώ οι μαρτυρίες, όπως και ο κινηματογράφος, προηγήθηκαν, κι αυτό ίσως είναι ενδεικτικό από πολλές απόψεις– η πρώτη που επιχείρησε την επιστημονική πραγμάτευση αυτού του θέματος, αξιοποιώντας διαθέσιμο υλικό: μαρτυρίες, αρχεία των ΑΣΚΙ και, γεγονός που δίνει ζωντάνια στην αφήγηση, συνεντεύξεις του με πρόσφυγες. Έκτοτε ακολούθησαν σημαντικές και αξιόλογες μελέτες, οι οποίες αξιοποιούν τα ανοικτά πλέον αρχεία των χωρών υποδοχής, αλλά και σύγχρονα εργαλεία και μεθοδολογίες, προσεγγίζοντας πολυπρισματικά το ενδιαφέρον και τραυματικό «υλικό» τους.[3] Η παρούσα μελέτη του Γαβρίλη Λαμπάτου, και η τωρινή επανέκδοσή της με το επίμετρό της, συνομιλεί δημιουργικά με όλη αυτή τη γραμματεία, στοιχείο που αποδεικνύει τη σημαντικότητα όπως και την ανθεκτικότητά της.

Η μελέτη, μια συνάρθρωση κοινωνικής και πολιτικής ιστορίας, η οποία και προσγράφεται στα πλεονεκτήματά της, είναι δομημένη σε δύο μέρη. Το πρώτο μέρος, το οποίο είναι περισσότερο προσανατολισμένο στην κοινωνική ιστορία, αποτελείται από τρία κεφάλαια, τα οποία επιγράφονται «Στον δρόμο της προσφυγιάς» (1ο, σελ. 19-31), «Κομματική εξουσία και καθημερινότητα» (2ο, σελ. 33-83) και «Πολιτικές αποφάσεις και οι επιπτώσεις τους στη ζωή των προσφύγων» (3ο, σελ. 85-102). Περιγράφονται οι δυσκολίες και το άγχος του μακρινού ταξιδιού, ταξίδι στα αμπάρια πολωνικού εμπορικού πλοίου, όπου καθόλη τη διάρκειά του οι πρόσφυγες δεν μπορούν να βρίσκονται στα εξωτερικά καταστρώματα την ημέρα, ενώ η άφιξή τους συμπίπτει με τον εορτασμό της επετείου της Οκτωβριανής Επανάστασης κατά την οποία οι Έλληνες κομμουνιστές αποτελούν τα τιμώμενα πρόσωπα. Επίσης, η εγκατάσταση στις εσχατιές της Ασίας, Τασκένδη και πέριξ περιοχές, τα καθημερινά προβλήματα στέγασης, εργασίας –όπου οι περισσότεροι αγροτικής προέλευσης και ενασχόλησης άνθρωποι θα μετατραπούν γρήγορα, εκ των άνω, αλλά και με βάση τις προσπάθειές τους, σε ειδικευμένους βιομηχανικούς εργάτες και στελέχη, υποστηρίζοντας εκόντες-άκοντες το σκληρό όραμα του σοβιετικού παραγωγισμού, αλλά και προκόβοντας είτε στην εργασία τους είτε με περαιτέρω υψηλού επιπέδου σπουδές–, εκπαίδευσης από την οποία δεν λείπει η χοντροκομμένη προπαγάνδα, οι απόπειρες διαμόρφωσης και αποκατάστασης μιας κάποιας έννοιας και έγνοιας κανονικής ζωής με τη σύναψη φιλικών και ερωτικών σχέσεων και τη δημιουργία οικογενειών.

Αν και ο συγγραφέας εστιάζει εξονυχιστικά σε όλες αυτές τις διεργασίες, το μάτι της ανάλυσης δεν χάνει ποτέ το γεγονός ότι όλα αυτά λαμβάνουν χώρα υπό το άγρυπνο βλέμμα του σοβιετικού, όπως και του ελληνικού κομματικού μηχανισμού που αξιώνει τον πλήρη έλεγχο της ζωής, τη στρατιωτικοποίησή της ως υπενθύμιση ότι το ζαχαριαδικό «όπλον παρά πόδα» δεν ήταν μόνο λεκτικό παιχνίδι,[4] στιγματίζει ηθικά –είναι χαρακτηριστική η περίπτωση των γυναικών που οι «ηθικά μεμπτές» συμπεριφορές τους υπερτερούν των αδιάψευστων αγωνιστικών διαπιστευτηρίων τους, και επιχειρεί να σωφρονίσει βάρβαρα. δεν είναι τυχαίο ότι αυτές ακριβώς οι καταστάσεις, και όχι μόνο, θα αρχίσουν να εμβάλλουν αμφιβολίες στους ηττημένους πρόσφυγες που διαβιούσαν εντός της “νικηφόρας” οικοδόμησης του σοσιαλισμού. Η δυσφορία θα επεκταθεί με τη δυσβάστακτη επιβολή του «εράνου τιμής», αλλά και με την υπόθεση της «κομματικής ανακαταγραφής» η οποία θα ενισχύσει και θα κορυφώσει ένα κλίμα καχυποψίας και ζόφου όπου πρώην σύντροφοι αλληλοϋποβλέπονταν και αλληλοϋπονομεύονταν.

Υπό μία έννοια, αυτές ακριβώς οι αναφορές, αλλά και η όλη ανάλυση, συγκροτούν το φόντο για το δεύτερο τμήμα της μελέτης, το περισσότερο προσανατολισμένο στην πολιτική ιστορία. Το δεύτερο αυτό σκέλος της μελέτης υπενθυμίζει ότι οι πολιτικοί πρόσφυγες στην Τασκένδη ήταν κυρίως, μολονότι όχι μόνο, αυτό, πρόσφυγες, εκδιωγμένοι, και μάλιστα μετά από πολεμική ήττα. Έτσι, ήταν αναπόφευκτο τα ερωτήματα για τις ευθύνες της ήττας, που σπερματικά τίθονταν ήδη από την επαύριον των Δεκεμβριανών και της Συμφωνίας της Βάρκιζας (1945), ήδη πιο μεγαλόφωνα με τη σύγκρουση Ζαχαριάδη-Βαφειάδη μεσούντος του Εμφυλίου, τώρα να αρχίσουν να τίθενται ακόμη περισσότερο μεγαλόφωνα μετά την υπέρβαση των αρχικών δισταγμών και ψιθύρων, δεδομένου και του ειδικού βάρους της Κομματικής Οργάνωσης Τασκένδης. Ο Λαμπάτος σκιαγραφεί λεπτομερειακά μια πορεία που χαρακτηρίστηκε από ζυμώσεις, αμείλικτες συγκρούσεις, εναλλαγές θέσεων κατηγόρου-κατηγορούμενου και θύτη-θύματος (ρόλοι στους οποίους εναλλάχθηκαν σχεδόν όλα τα υψηλόβαθμα στελέχη του Κόμματος, από τον Ζαχαριάδη ως τον Κολιγιάννη, τον Καραγεώργη έως τον Βαφειάδη, τον Βλαντά, τον Δημητρίου κλπ) και η οποία θα κατέληγε στον τραυματικό διαχωρισμό της κοινότητας, στη διάρρηξη των σχέσεων μεταξύ των περισσοτέρων μελών της, αλλά και στις απηνείς διώξεις που υπέστησαν εντός της «μεγάλης σοβιετικής πατρίδας» πρώτα τα αντιζαχαριαδικά μέλη της κι έπειτα οι φιλοζαχαριαδικοί.

Η πορεία αυτή, τονίζει, εκκίνησε από τους πρώτους προβληματισμούς μετά την ήττα όσον αφορά στρατηγικές επιλογές της ηγετικής ομάδας Ζαχαριάδη (4ο κεφάλαιο, «Οι πρώτες πολιτικές διεργασίες μετά την ήττα», σελ. 103-138). συνεχίστηκε με την επίταση της εσωκομματικής σύγκρουσης στην Τασκένδη τα χρόνια 1953-1955, όπου η αντιζαχαριαδική αντιπολίτευση υπερτερεί σε επίπεδο στελεχών όχι όμως και μελών-λαϊκών μαζών με αποτέλεσμα τα αιματηρά γεγονότα της 10ης-11ης Σεπτεμβρίου του 1955, που απολήγουν στην αντιφατική κατάσταση της έμμεσης καταδίκης του Ζαχαριάδη για αυτά από το ΚΚΣΕ, αλλά της επικράτησής του στην ελληνική ενδοκομματική αντιπαράθεση (5ο κεφάλαιο, «Η εσωκομματική σύγκρουση στην Τασκένδη», σελ. 139-192). και τέλος, ολοκληρώθηκε με τη συγκρότηση της Διεθνούς Επιτροπής και τη σύγκληση της 6ης Ολομέλειας μετά το περίφημο 20ό Συνέδριο του ΚΚΣΕ με τη «μυστική ομιλία» του για τις σταλινικές θηριωδίες και την επίσημη έναρξη της «αποσταλινοποίησης», που θα οδηγήσει στην καθαίρεση του Ζαχαριάδη από γραμματέα του Κόμματος, απόφαση που θα επισφραγίσει η 7η Ολομέλεια του 1957 όπου ο Ζαχαριάδης θα διαγραφεί και από μέλος του (6ο κεφάλαιο, «Οι αλλαγές στην ηγεσία του ΚΚΕ και οι επιπτώσεις τους στην κοινότητα των προσφύγων στην Τασκένδη», σελ. 193-238). Ο αντίκτυπος όλων αυτών των εξελίξεων στην κοινότητα της Τασκένδης, η οποία διαδραμάτισε ενεργό ρόλο σε αυτές, υπήρξε συγκλονιστικός τονίζει ο Λαμπάτος. Σε αυτή την ανάλυση, όπως και στα συμπεράσματά του (σελ. 239-249), ο Λαμπάτος επιχειρεί να κατανοήσει επιμένοντας στις αποχρώσεις, κι όχι να δικαιώσει αναδρομικά τις αντιπαρατιθέμενες τάσεις, διαχωρίζοντας απλοϊκά μεταξύ «καλών»-«κακών».

Και πώς αλλιώς; Οι Έλληνες κομμουνιστές της υπερορίας είχαν το «προνόμιο» να βρίσκονται στο επίκεντρο των εξελίξεων που εκτυλίσσονταν στην ίδια τη Σοβιετική Ένωση και στις χώρες-δορυφόρους. Αξίζει μια σύντομη επισκόπηση αυτών των εξελίξεων όπως τις εξιστορεί ο Tony Judt, στον βαθμό που χωρίς αυτές δεν γίνεται να κατανοηθεί ούτε καν να προσεγγιστεί η εμπειρία τους. Εκκινώντας από τις δημόσιες στημένες και εικονικές δίκες των τελών της δεκαετίας του ’40 με επιφανή, αλλά όχι μόνα, θύματα τον Βούλγαρο αγροτιστή ηγέτη Νικόλα Πέτκοφ, τον επιφανή κομμουνιστή ηγέτη και αντίπαλο δέος του Δημητρώφ Τράικο Κοστόφ, όπως και του Ούγγρου –σκληρού σταλινικού και υπεύθυνου για πολλές εκκαθαρίσεις ως Υπουργού Εσωτερικών– Λάζλο Ράικ (οι δύο τελευταίοι επί «τιτοϊσμώ»), από τις αρχές της δεκαετίας του ’50, και σε σχέση με τις γενικότερες εξελίξεις, ο αντισημιτισμός του Στάλιν στόχευε πλέον σε θύματα με αυτά τα χαρακτηριστικά: η δήθεν «σιωνιστική συνωμοσία» του γενικού γραμματέα του ΚΚ Τσεχοσλοβακίας Ρούντολφ Σλάνσκυ, του επιφανούς Σλοβάκου κομμουνιστή και υπουργού Εξωτερικών Βλαντιμίρ Κλέμεντις και άλλων δώδεκα ανώτερων και μεσαίων στελεχών οδήγησε στην εκτέλεση των ένδεκα και στην ισόβια κάθειρξη των τριών (20-27/11/1952), αποτελώντας πρελούδιο για τη σύλληψη των Σοβιετικών Εβραίων γιατρών και τη δίκη που θα επακολουθούσε, εξέλιξη την οποία ανέκοψαν τόσο οι κάποιες αμφιβολίες του Στάλιν όσο και ο ίδιος ο θάνατός του τον Μάρτιο του 1953.[5]

Ο θάνατος του Στάλιν «πυροδότησε την πάλη για εξουσία ανάμεσα στους νευρικούς διαδόχους του» –και φυσικά ερέθισε τα νεύρα, στον βαθμό που δεν έγινε εξ αρχής σαφές πού θα γείρει η πλάστιγγα, όλων των αντιμαχόμενων ομάδων στα υπόλοιπα κομμουνιστικά κόμματα, του ελληνικού συμπεριλαμβανομένου υπό το φως των προαναφερθεισών ιδιαίτερων ελληνικών εμπειριών– διαπάλη η οποία οδήγησε στην ανάδειξη του Νικίτα Χρουστσιόφ ως γενικού γραμματέα. Η νέα ηγεσία έλαβε σοβαρά υπόψη της την εκτεταμένη κοινωνική δυσαρέσκεια που είχε προέλθει από τη διάψευση των αρχικών προσδοκιών, την καταπίεση και εξαθλίωση –και εκδηλώθηκε με εξεγέρσεις κρατουμένων σε στρατόπεδα εργασίας στη Σιβηρία, με την εξέγερση των εργατών στην Ανατολική Γερμανία κλπ– κι έτσι στόχος της κατέστη η ελεγχόμενη μεταρρύθμιση που αφενός θα ενθάρρυνε την κριτική των «σφαλμάτων» της παλιάς σταλινικής φρουράς με την αποκατάσταση μερικών θυμάτων της –κι εδώ θα μπορούσε να εγγραφεί μέρος των κριτικών στον Ζαχαριάδη–, αφετέρου θα επέρριπτε «το σύνολο ευθυνών για τα εγκλήματα και τα λάθη στο πτώμα του Πατερούλη», επιβεβαιώνοντας το κομμουνιστικό σχέδιο πέραν πάσης αμφιβολίας και επαναφέροντάς το στις πηγές της λενινιστικής καθαρότητας. Η ρήξη αυτή με τη σταλινική κληρονομιά επισυνέβη με το 20ό Συνέδριο και τη «μυστική ομιλία», η οποία διέρρευσε αμέσως στη Δύση. Αυτό, όμως, ήταν και το ανυπέρβλητο όριο της «αποσταλινοποίησης» και όσοι το παρεξήγησαν, παίρνοντας τοις μετρητοίς τις σχετικές εξαγγελίες είτε το πλήρωσαν πολύ ακριβά –η Ουγγαρία του φθινοπώρου του 1956 και ο Ίμρε Νάγκι– είτε άλλαξαν απότομα την πορεία τους, προκειμένου να εναρμονιστούν με τα όρια της μεταρρύθμισης απογοητεύοντας, αλλά και στρεφόμενοι εναντίον των υποστηρικτών τους, και αποφεύγοντας τα χειρότερα –ο Γκομούλκα στην Πολωνία και η απογοήτευση, όπως και η στοχοποίηση, των αναθεωρητών υποστηρικτών του, όπως ο φιλόσοφος Λέσεκ Κολακόφσκι ή ο φιλόλογος Γιαν Κοτ, την ίδια περίοδο.[6] Εξάλλου, άλλα στελέχη της παλιάς φρουράς παραγκωνίστηκαν, άλλα για λόγους σταθερότητας παρέμειναν στη θέση τους –όπως λ.χ., ο Ρουμάνος Γκεόργκε Γκεοργκίου-Ντεζ, επικεφαλής της Διεθνούς Επιτροπής που καθαίρεσε τον Ζαχαριάδη, ο οποίος εμπλεκόταν τόσο σε εκκαθαρίσεις των «αστικών στοιχείων» στη ρουμανική ύπαιθρο, όσο και σε σχεδιασμούς δημόσιων στημένων δικών εναντίον «σιωνιστικών» στοιχείων, όπως ο πρώην γραμματέας Πατρασκάνου και η σταλινική, αλλά Εβραία, Αν Πάουκερ[7]–, ενώ άλλα της νεότερης φρουράς, που σαφώς και είχαν εμπλοκή στις σταλινικές θηριωδίες, όπως λ.χ. ο ίδιος ο Χρουστσιόφ, αλλά και ο Μπρέζνιεφ, μπορούσαν να ισχυρίζονται ότι δεν έφεραν ευθύνη ούτε για τα εγκλήματα ούτε και για την αποτυχία των πολιτικών του Στάλιν.[8] Σε αυτό το πεδίο, της ελεγχόμενης αποσταλινοποίησης και μεταρρύθμισης, όπως και των ανυπέρβλητων ορίων τους, μπορούν να εγγραφούν τόσο οι προσπάθειες του Ζαχαριάδη να διατηρήσει την κομματική εξουσία, όσο και των αντιπάλων του, πρώιμων και όψιμων, να του την αφαιρέσουν: σε ένα τοπίο που χαρακτηριζόταν από σύγχυση, ρευστότητα και όρια, οι εσωτερικές αντιπαραθέσεις, όπως τις περιγράφει ο Λαμπάτος, εστιάζονταν στην κατάδειξη και τον στιγματισμό του περισσότερο «αντισοβιετικού» στελέχους και αντίστροφα, στην υπογράμμιση του περισσότερο εναρμονισμένου με τη «νέα» σοβιετική γραμμή. Αν τοποθετηθούν στο πλαίσιο αυτό, οι υπάρχουσες περιστασιακές κριτικές στον σοβιετικό παράγοντα που παρακολουθούσε με άγρυπνο πνεύμα τα τεκταινόμενα και παρενέβαινε πολλές φορές απροκάλυπτα, μάλλον σχετικοποιούν την πεποίθηση του συγγραφέα για απόλυτη αυτονομία και ανεξαρτησία σκέψης πολλών στελεχών, του Ζαχαριάδη συμπεριλαμβανομένου, επιβάλλοντας κατά τη γνώμη μου την ανατοποθέτηση αυτών των κρίσεων σε ένα ευρύτερο πλαίσιο.

Και μαζί με όλα αυτά, σφιχτά περιελιγμένη γύρω τους και εντός τους, για να επανέλθουμε στο βιβλίο και το θέμα του, η κοινότητα των προσφύγων. Άνθρωποι οι οποίοι συνδύαζαν, όπως προκύπτει και από την ανασυγκρότηση του Λαμπάτου, την απόλυτη, ενδεχομένως και άκριτη, πίστη και αφοσίωση με αποσκευές, όπως αυτές που περιγράφει ο Tony Judt: «Μετά τον Πόλεμο τα ευρωπαϊκά κομμουνιστικά κόμματα ήταν γεμάτα από ανεξάρτητα σκεπτόμενους άνδρες και γυναίκες που είχαν ενταχθεί στο κίνημα μέσω της Αντίστασης κατά τη διάρκεια του Πολέμου. Αυτό ίσχυε εξίσου στην Τσεχοσλοβακία και την Πολωνία όσο και στη Γαλλία και την Ιταλία. Δεν αρκούσε [σε αυτούς τους ανθρώπους] να υπακούν ανεπιφύλακτα στην κεντρική εξουσία του Κόμματος στη χώρα τους, πολύ λιγότερο να αποδέχονται τις διαταγές της Μόσχας».[9] Ορισμένες από τις αντιλήψεις τους είχε ήδη καταγράψει η έκθεση των Αμερικανών ερευνητών Φρανκ Σμόδερς και Ουίλλιαμ και Ελίζαμπεθ Μακνίλ με συνεντεύξεις ανταρτών το 1947, αντιλήψεις που επιβεβαιώνονταν και με τις επιστολές που πολλοί έστειλαν στην εφημερίδα Ελευθεροτυπία με αφορμή την ανακάλυψη κρυμμένων αρχείων του ΔΣΕ στο χωριό Μυρόβλητο. Παραθέτει ο Ντέιβιντ Κλόουζ από μια επιστολή γυναίκας παράνομης: «ποτέ δεν ήθελα να βγω στα βουνά τα χρόνια 1946-1949. Πήγα επειδή η ζωή μου κινδύνευε, και ξέραμε πόσο δύσκολη ήταν η ζωή ενός αντάρτη ειδικά στις συνθήκες αυτές. […] Αντέξαμε επειδή τα ιδανικά στα οποία πιστεύαμε στόχευαν σε μια κοινωνία που θα ήταν δίκαιη για όλους».[10] Τα αντιφατικά αυτά στοιχεία διαθλώνταν μέσα από το πρίσμα των όσων βίωναν και έθιγαν τη φιλοτιμία, τον πατριωτισμό και την υπερηφάνεια τους: είτε με τις συνθήκες διαβίωσης και τον εξευτελισμό της «ανακαταγραφής» είτε με την ωμή επέμβαση του ΚΚΣΕ σε μια «ενδοελληνική» αντιπαράθεση, τη συκοφάντηση του αδιαφιλονίκητου «αρχηγού», και την επιβολή της αντικατάστασής του και της αποδοχής της από τη Σοβιετική αυτοκρατορία. Όλα αυτά οδηγούσαν, μαζί με όσα έχουν αναφερθεί, σε μια ανελέητη σύγκρουση από όπου έλειψε η ανεκτικότητα, η συντροφικότητα και η καταλλαγή.

Στο επίμετρό του που συμπληρώνει και ενισχύει την επανέκδοση της εργασίας του («Οι Έλληνες κομμουνιστές στον αιώνα των άκρων», σελ. 257-291), ο Γαβρίλης Λαμπάτος αξιοποιεί πολλές από τις διαισθήσεις του Tony Judt, αλλά και εμβληματικών έργων της πρόσφατης βιβλιογραφίας για τα καθεστώτα του υπαρκτού σοσιαλισμού,[11] με αποτέλεσμα να φωτίζονται ακόμη εντονότερα νήματα της ανάλυσης της πρώτης έκδοσης, καθώς τοποθετούνται σε ευρύτερο πλαίσιο. Επίσης, κάνοντας στη βάση της σχετικής βιβλιογραφίας, αλλά και του ευρύτερου ερευνητικού και συγγραφικού του έργου, εκτενή αναφορά στις πολιτικές και κοινωνικές ανακατατάξεις στις χώρες του «υπαρκτού σοσιαλισμού» και την επίδρασή τους στο ελληνικό κομμουνιστικό κίνημα –και συνομιλώντας ρητά με την τόλμη του Σπύρου Λιναρδάτου να θέσει τα σχετικά ζητήματα[12]–, ο Λαμπάτος ουσιαστικά υποστηρίζει ότι εκκρεμεί  η αυτοκριτική κατανόηση της σύνολης εμπειρίας και της σημασίας της κατάρρευσης του 1989. Η έλλειψη αυτής της κριτικής και οι σχετικές αποσιωπήσεις, που δεν είναι άσχετες από το ότι τα περισσότερα από τα προαναφερθέντα έργα δεν συζητούνται επί της ουσίας, συσχετίζονται από τον συγγραφέα με εξιδανικεύσεις και ανιστόρητες τοποθετήσεις τύπου «Βάρκιζα τέλος!». Έχω την αίσθηση ότι η κριτική του τόλμη θα επωφελείτο ακόμη περισσότερο, αν συζητούσε λ.χ. και τα όρια, μαζί με τα δημιουργικά στοιχεία, του ευρωκομμουνισμού, ο οποίος δεν τόλμησε, παρά την κριτική που άσκησε στον σοβιετικό ολοκληρωτισμό –για την Τσεχοσλοβακία του ’68 και όχι για την Ουγγαρία του ’56–, να κινηθεί με συνέπεια στην κατεύθυνση της σοσιαλδημοκρατίας.[13]

Τα ιστορικά βιβλία με αποχρώσεις, και το συζητούμενο εδώ σαφώς δικαιούται τον χαρακτηρισμό, προκαλούν γόνιμους συνειρμούς, θέτουν δύσκολα ερωτήματα και διασταυρώνονται με προσωπικούς προβληματισμούς, αναστατώνοντας. Αν, όπως γράφει ο Νίκος Μαραντζίδης, «η ιστορία τους [των πολιτικών προσφύγων] παραμένει ένα αντικείμενο προς διερεύνηση»,[14] το βιβλίο του Γαβρίλη Λαμπάτου με την έμφασή του στην περίπτωση της Τασκένδης προωθεί τη διερεύνηση αυτή. Ας κλείσω, όμως, με κάτι πιο προσωπικό. Παρόλο που η διάκριση μεταξύ «κακής» ηγεσίας-«καλών» μαζών σχετικοποιείται από τη βιβλιογραφία, η μελέτη του βιβλίου μού έφερε στον νου τη διάκριση του Max Weber μεταξύ ηθικής του φρονήματος και ηθικής της ευθύνης,[15] το έλλειμμα της δεύτερης –και την περίσσεια της πρώτης– τόσο στις κρίσιμες στιγμές της δεκαετίας του ’40, όσο και στις μεταπολεμικές ενδοκομματικές συγκρούσεις, με ό,τι αυτό συνεπαγόταν για τις μάζες που έτρεφαν τόσες προσδοκίες, εμπιστευόμενες αυτές τις ηγεσίες. Και συνέπεσε αυτή η σκέψη με το διάβασμα του From the Diary of a Snail του Günther Grass, το ημερολόγιό του –στο οποίο συμφύρονται πολιτικά σχόλια, φιλοσοφικός και αισθητικός προβληματισμός, αλλά και οι μνήμες από την Έξοδο και το Ολοκαύτωμα των Εβραίων της Ελεύθερης Πόλης του Ντάντσιχ (Danzig)–  από την ενεργότατη συμμετοχή του στην επιτυχημένη προεκλογική εκστρατεία του Willy Brandt το 1969. Μετά από τόσες λυρικές εξυμνήσεις των ποικίλων «εφόδων στον ουρανό», μου φάνηκε συγκλονιστική στην απλότητά της η μελαγχολική φιγούρα του “ψημένου” στη Βαϊμάρη Brandt και του ευφυούς Grass οι οποίοι τάσσονταν ανεπιφύλακτα υπέρ μιας προόδου με τον αργό ρυθμό και τα μικρά βήματα του σαλιγκαριού: «η συνταγή μου για την πρόοδο ήταν ανθεκτικές σόλες κατάλληλες για το έρπειν. Το ίχνος του σάλιου. Ο μακρύς δρόμος ο στρωμένος με τους κυβόλιθους της αμφιβολίας».[16]


[1] Παναγιώτης Κονδύλης, «Τι ήταν ο κομμουνισμός;», στο Παναγιώτης Κονδύλης, Πλανητική πολιτική μετά τον Ψυχρό Πόλεμο, Θεμέλιο, Αθήνα 1992, 149-150.

[2] Για τις κατηγορίες των πολιτικών προσφύγων, βλ.  Νίκος Μαραντζίδης, «Εισαγωγή», στο Γιώργος Αντωνίου, Στάθης Καλύβας (επιμ.), Οι πολιτικοί πρόσφυγες του Εμφυλίου Πολέμου, κοινωνικές και πολιτικές προσεγγίσεις, εισαγωγή: Νίκος Μαραντζίδης, Πανεπιστήμιο Μακεδονίας, Θεσσαλονίκη 2015 (προσβάσιμο στο http://coldwar.gr/antoniou-kalivas.pdf , τελευταία πρόσβαση 31/5/2021), 8.

[3] Βλ. ενδεικτικά: Άννα Ματθαίου, Πόπη Πολέμη (επιμ.), Η εκδοτική περιπέτεια των Ελλήνων κομμουνιστών. Από το βουνό στην υπερορία, 1947-1968, Βιβλιόραμα-ΑΣΚΙ, Αθήνα 2003.Μαρία Μποντίλα, Πολύχρονος να ζεις, μεγάλε Στάλιν, Η εκπαίδευση των παιδιών των Ελλήνων πολιτικών προσφύγων στα ανατολικά κράτη (1950-1964), Μεταίχμιο, Αθήνα 2004. Ιάκωβος Μιχαηλίδης, Πρόσφυγες στα Βαλκάνια: Μνήμη και ενσωμάτωση, Πατάκης, Αθήνα 2004. Ευτυχία Βουτυρά, Βασίλης Δαλκαβούκης, Νίκος Μαραντζίδης, Μαρία Μποντίλα (επιμ.), Το όπλο παρά πόδα, Οι πολιτικοί πρόσφυγες του εμφυλίου πολέμου στην Ανατολική Ευρώπη, Πανεπιστήμιο Μακεδονίας, Θεσσαλονίκη 2005. Κατερίνα Τσέκου, Προσωρινώς διαμένοντες…Έλληνες πολιτικοί πρόσφυγες στη Λαϊκή Δημοκρατία της Βουλγαρίας, 1948-1982, πρόλογος: Νίκος Μαραντζίδης, Επίκεντρο, Θεσσαλονίκη 2010. Καλή πατρίδα σύντροφοι. Ελληνικές κοινότητες πολιτικών προσφύγων στην Ανατολική Ευρώπη, Ίδρυμα της Βουλής των Ελλήνων, Αθήνα 2011. Βενετία Αποστολίδου, Τραύμα και μνήμη. Η πεζογραφία των πολιτικών προσφύγων, Πόλις, Αθήνα 2010. Ειρήνη Λαγάνη, Μαρία Μποντίλα (επιμ.), Παιδομάζωμα ή παιδοσώσιμο; Παιδιά του Εμφύλιου στην Ανατολική και Κεντρική Ευρώπη, Επίκεντρο, Θεσσαλονίκη 2012. Κατερίνα Τσέκου, Έλληνες πολιτικοί πρόσφυγες στην Ανατολική Ευρώπη, 1945-1989, Αλεξάνδρεια, Αθήνα 2013. Γιώργος Αντωνίου, Στάθης Καλύβας (επιμ.), Οι πολιτικοί πρόσφυγες του Εμφυλίου Πολέμου, κοινωνικές και πολιτικές προσεγγίσεις, στο ίδιο. Άννα Καραπάνου (επιμ.), Έλληνες πολιτικοί πρόσφυγες στην Ανατολική Ευρώπη, Ίδρυμα της Βουλής των Ελλήνων για τον κοινοβουλευτισμό και τη δημοκρατία, Αθήνα 2017. Απόστολος Πατελάκης, Ο εμφύλιος πόλεμος και οι πολιτικοί πρόσφυγες στη Ρουμανία, Επίκεντρο, Θεσσαλονίκη 2019. Κώστας Τσίβος, Ο μεγάλος καϋμός της ξενητειάς – Έλληνες πολιτικοί πρόσφυγες στην Τσεχοσλοβακία 1948-1989, Αλεξάνδρεια, Αθήνα 2019. Στράτος Ν. Δορδανάς – Βάιος Καλογρηάς, Οι ζωές των άλλων. Η Στάζι και οι Έλληνες πολιτικοί πρόσφυγες στην Ανατολική Γερμανία (1949-1989), πρόλογος: Ανδρέας Στεργίου, Επίκεντρο, Θεσσαλονίκη 2020. Κατερίνα Κουτσοπούλου, Ο ελληνικός  Εμφύλιος και η μετεμφυλιακή πραγματικότητα στην πεζογραφία της υπερορίας (1950-1955), Διδακτορική διατριβή, Πάντειο Παν\μιο, Αθήνα 2019. Ελένη Πούλου, Η Επιτροπή Διαφώτισης του ΚΚΕ και η ελληνική πεζογραφία στις Λαϊκές Δημοκρατίες (1949-1954), Μεταπτυχιακή διπλωματική εργασία, Πάντειο Παν/μιο, Αθήνα 2019.

[4] Με ό, τι αυτό συνεπαγόταν για τις διώξεις των αντιστασιακών κομμουνιστών και των δημοκρατικών πολιτών από τους δεξιούς και ακροδεξιούς κρατικούς και παρακρατικούς μηχανισμούς στην Ελλάδα της εποχής, αλλά και για τις προσπάθειες νόμιμης πολιτικής δράσης της Αριστεράς. Βλ. σχετικά, Σπύρος Λιναρδάτος, Από τον Εμφύλιο στη Χούντα, τόμοι Α΄-Ε΄, Παπαζήσης, Αθήνα 1978, Α΄ Τόμος, 109-112.

[5] Tony Judt, Η Ευρώπη μετά τον Πόλεμο, μετάφραση: Ν. Σταματάκης, Ε. Αστερίου, Αλεξάνδρεια 2012, 165-196.

[6] Lewis Coser, Men of Ideas. A Sociologist’s View, Free Press Paperbacks, New York 1965, 140-142, 197-205.

[7] Για τον Ντεζ, βλέπε Tony Judt, στο ίδιο, 169, 184, 190, 430, 622.

[8] Ό. π., 309-323.

[9] Tony Judt, Past Imperfect: French Intellectuals, 1944-1956, University of California Press, Berkeley 1992, 109.

[10] Ντέιβιντ Κλόουζ, Οι ρίζες του Εμφυλίου Πολέμου στην Ελλάδα, μετάφραση: Ρένα Χρυσοχόου, Φιλίστωρ, Αθήνα 2003, 279-280. Στο ίδιο, εκτεταμένες αναφορές στην έκθεση Σμόδερς-Μακνίλ.

[11] Για παράδειγμα, Anne Applebaum, Σιδηρούν Παραπέτασμα: συνθλίβοντας την Ανατολική Ευρώπη, μετάφραση: Κ. Κουρεμένος, Αλεξάνδρεια, Αθήνα 2016. Sheila Fitzpatrick, Οι σύμβουλοι του Στάλιν, μετάφραση: Γ. Μπαρουξής, Μεταίχμιο, Αθήνα 2017.

[12] Σπύρος Λιναρδάτος, στο ίδιο, Β΄ Τόμος, 68-71, 87-89, 178-182. Γ΄ Τόμος, 99-111.

[13] Tony Judt, στο ίδιο, 495-496.

[14] Νίκος Μαραντζίδης, «Οι πολιτικοί πρόσφυγες στην Ανατολική Ευρώπη», Καθημερινή, 20/10/2020 (προσβάσιμο στο https://www.kathimerini.gr/culture/books/561120388/oi-politikoi-prosfyges-stin-anatoliki-eyropi/, τελευταία πρόσβαση 31/5/2021).

[15] Max Weber, Η πολιτική ως κάλεσμα και ως επάγγελμα, μετάφραση: Κ. Κουτσουρέλης, Δώμα, Αθήνα 2019, 88-98.

[16] Günther Grass, From the Diary of a Snail, translated by Ralph Mannheim, Harcount Brace Jovanovich, London and New York 1976. Γκύντερ Γκρας, Ξεφλουδίζοντας το κρεμμύδι, μετάφραση: Τούλα Σιετή, Οδυσσέας, Αθήνα 2007, 247.

Δημοσίευση από “The Book’s Journal”